Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 15


Μπαχιγί Ναχτζαβανί, Το δισάκι, μετάφραση Αθανασία Βεκιαρέλλη, Μεταίχμιο Αθήνα 2001, 330 σ.

Η στήλη στέκεται λίγο ακόμη στις χώρες της άμμου που χωρίζονται και ενώνονται, που συμβιώνουν με το Κοράνι, τον Βούδα, τον Κονφούκιο, γλώσσες και σύμβολα θρησκειών διπλανών και παραδιπλανών.
Ένα δισάκι ειδικό να προσαρμόζεται σε σέλα, για μετακινήσεις με μέσο τετράποδο (άλογο, μουλάρι, γαϊδουράκι, ίσως και καμήλα, ελέφαντα) κλεμμένο περιφέρεται με τρόπους βίαιους και της τύχης από ιδιοκτήτη σε ιδιοκτήτη. Συνδετικός κρίκος αυτό το δισάκι που αλλάζει πορεία, πλανιέται στην έρημο, ένα μυστήριο για το περιεχόμενό του, ένα αίνιγμα για την πραγματική αξία του, περιέχει κυλίνδρους σπαγγοδεμένους από γαλάζια διάφανα χαρτιά πυκνογραμμένα με γραφή «αραχνοΰφαντη», αιθέρια σαν τους ιστούς της αράχνης που λικνίζονται το κενό. Σημεία μαγικά που ασκούν έλξη και φόβο, τα γράμματα της κάθε γλώσσας που σχηματοποιεί ήχους, φθόγγους, φωνητικές συνεκφορές αλλά και ιδέες που κουμπώνουν τον ήχο με την εικονική διάσταση και δίνουν πραγματική υπόσταση στον λόγο. Η ομορφιά της καλλιγραφίας, η ποίηση της γραμμής κάνουν το νόημα πιο κρυφό.
Διήγηση σπονδυλωτή αλυσιδωτά δεμένη, που αλλάζει γωνιά θέασης ανάλογα. Δυο ομάδες –το καραβάνι και η συμμορία των ληστών- έχουν τεθεί σε τροχιά μετωπικής συνάντησης που θα δράσει καταλυτικά τόσο στις ομάδες ως σύνολο όσο και στα άτομα ξεχωριστά. Κάθε κεφάλαιο και ματιά: ο Κλέφτης, η Νύφη, ο Λήσταρχος, ο Σαράφης, η Σκλάβα, ο Προσκυνητής, ο Ιερέας, ο Δερβίσης, και το Κουφάρι. Και όλοι οι διαφορετικοί άνθρωποι προγραμματισμένοι από τα δικά τους πολιτισμικά υπόβαθρα δρουν με πλοηγό τους δικούς τους συλλογικούς κώδικες συνδυαστικά με τις φορτωμένες προσωπικές εμπειρίες. Μια σειρά συναντήσεων Ο μίτος της αφήγησης ξεκινά ξανά και ξανά από άλλο άνοιγμα για να καταλήξει στην έκρηξη της ματωμένης συνάντησης, με κοινό παρονομαστή το δισάκι με τα γαλάζια χαρτιά.
Ο ονειροπόλος βεδουίνος κλέφτης στο επάγγελμα, ιχνηλάτης μιας συμμορίας ληστών αποφασίζει να δράσει αυτόνομα και να κλέψει το δισάκι του έμπορου την ώρα της προσευχής του. Κυνηγημένος από τους ληστές, χωρίς δρόμο διαφυγής, με το δισάκι σφιχταγκαλιά σαλτάρει από το καταφύγιό του προς τον θάνατο. Η αλαφροΐσκιωτη και αλλοπαρμένη Νύφη που ταξίδευε με το καραβάνι να συναντήσει τον Τούρκο άντρα της, βλέπει τον Ληστή σαν άγγελο και ζητά επίμονα το μήνυμα που είχε να της φέρει. Στο καραβάνι επιτίθενται οι ληστές και ο Λήσταρχος, από την φυλή των Χαρμπ που αναγνώριζε περισσότερο την ανθρώπινη φύση παρά την θεϊκή του Μωάμεθ, σκοτώνει την Νύφη που τον προσμένει και τον κοιτά με μάτια διάπλατα, στάση που επιδρά καταλυτικά πάνω του. Μαζεύει ένα από τα γαλάζια χαρτιά και χωρίς να μπορεί να το διαβάσει, το κάνει φυλαχτό. Ο ινδουιστής τυχοδιώκτης Σαράφης στην υπηρεσία του Τούρκου γαμπρού αναλαμβάνει να συνοδεύσει την Νύφη με ασφάλεια όταν τον συλλαμβάνουν οι ληστές και προκειμένου να μην τους προδώσει του κόβουν την γλώσσα, σκοντάφτει πάνω στο δισάκι και διαβάζει: «Η Ημέρα της Ανάστασης είναι η ημέρα όπου ο ήλιος θα χαράξει και θα δύσει σαν να ήταν μια οποιαδήποτε άλλη ημέρα». Η Σκλάβα Φαλάσα Εβραία της Αβησσυνίας, ερωμένη του πατέρα της Νύφης, και πάει λέγοντας… ώσπου το δισάκι καταλήγει στην βρετανική πρεσβεία της Κωνσταντινούπολη, από όπου το περιεχόμενό του, κατακερματισμένο, θα ακολουθήσει μονοπάτια διάφορα στις χώρες της Δύσης στο Παρίσι, στην Πετρούπολη, στο Βρετανικό Μουσείο και πέρα από τον Ατλαντικό, στην Νέα Υόρκη… από τις χώρες της άμμου, η αινιγματική αιωρούμενη γραφή.

Η συγγραφέας είναι Περσίδα που έχει μετέλθει της αγγλικής και αμερικανικής εκπαίδευσης και σήμερα διδάσκει αγγλικά στο Στρασβούργο στην Ανώτερη Σχολή Διακοσμητικών Τεχνών. Έχει γράψει και το μυθιστόρημα με τίτλο Paper, the dreams of a scribe (Χαρτί, τα όνειρα ενός γραφέα) που κυκλοφόρησε το 2004 και δεν έχει (που να το γνωρίζω) μεταφραστεί στα ελληνικά. Στο τέλος του μυθιστορήματος παραθέτει ένα χρονολόγιο της ιστορίας του χαρτιού. Περιλαμβάνει και πληροφορίες για τη διάδοση δυτικών τυπογραφικών τεχνολογιών στην Ανατολή, όπως για παράδειγμα αναφέρει την εισαγωγή λιθογραφικών τυπογραφείων στην Ινδία, Τουρκία, Περσία και Αίγυπτο το 1800. Αναφέρεται στις νέες τεχνολογίες που επιδρούν στα εκτυπωτικά και εκδοτικά: τηλέφωνα, φαξ, ηλεκτρονικοί υπολογιστές… Κλείνει με την πληροφορία ότι το 2002 κατασκευάστηκε χαρτί από πολτό γενετικά μεταλλαγμένων δένδρων.

Κυριακή, 20 Ιανουαρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 14


Jeanette Winter (κείμενα και εικονογράφηση), Η βιβλιοθηκάριος της Βασόρας, μια αληθινή ιστορία από το Ιράκ, εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2007.

Γυρεύοντας ένα άνοιγμα προκειμένου να γίνει και μια αναφορά για τη σημασία του γραπτού και των βιβλίων και σε άλλους πολιτισμούς, πέφτει στα χέρια μου το παιδικό βιβλίο (δεν πέφτει ακριβώς, το προσγειώνει το γνωστό λαγωνικό της στήλης για την ακρίβεια) για την ιστορία της βιβλιοθηκάριου από την Βασόρα. Από την μια παιδικό το βιβλίο στην εμφάνιση, το ξεκάθαρο στήσιμο, τα άπλετα χρώματα, η απλότητα στο σχέδιο και η ευθύτητα του λόγου, αληθινή ιστορία από την άλλη. Καρά-αληθινή και κατά-σύγχρονη. Έγινε τον Απρίλιο του 2003 και δεν έχει ακόμα τελειώσει. Εκκρεμεί. Σίγουρα εκκρεμούν και άλλες παρόμοιες που δεν έφτασαν στα αφτιά μας, όπως αυτή που δημοσιεύτηκε. Όπως, ακόμα, εκκρεμεί να μάθουμε τι απέγιναν όλες αυτές οι ιστορίες…

Βασόρα δεν είναι ένα μυθικό μέρος σε κάποιο φανταστικό παραμύθι. Η Basra, el Basra είναι η δεύτερη σημαντική πόλη στο Ιράκ, το κύριο λιμάνι της χώρας, με τα περίφημα κανάλια της (εξού και «η Βενετία της Μέσης Ανατολής»), να κατοικείται από περίπου 1.400.000 ανθρώπους, το 2003. Μακριά από την Μοσούλη και το Κιρκούκ και τα πετρέλαιά τους, έχει τα δικά της βέβαια, λιγότερο μακριά από την Βαγδάτη, στα σύνορα με το Ιράν, 50 χιλιόμετρα από τον Περσικό κόλπο. Μια γωνιά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θρησκευτικό κέντρο, Σιίτες, Σουνίτες, χριστιανοί και ξεχασμένες θρησκευτικές ομάδες, Βρετανοί, βασιλιάδες, Κούρδοι, ο Σαντάμ Χουσεΐν: κομμάτια της πολυκύμαντης ιστορίας της.
Η βιβλιοθηκάριος Αλία Μοχάμεντ Μπέικερ μένει και εργάζεται στην Βασόρα. Η βιβλιοθήκη έχει την εικόνα μιας αναγνωρίσιμης βιβλιοθήκης: χώρος με βιβλία ένα γύρω και ανθρώπους που αγαπούν το διάβασμα και την κουβέντα. Μόνο που οι κουβέντες γεμίζουν ανησυχία για το μέλλον που φέρνει τον πόλεμο στη ζωή των κατοίκων της Βασόρας στο Ιράκ. Τα βιβλία νέα και παλιά (ανάμεσά τους και μια βιογραφία του Μωάμεθ 700 χρόνων) θα κινδυνεύσουν, προβλέπει με αγωνία η Αλία και ζητά από τον κυβερνήτη την άδεια να μεταφερθούν. Ο κυβερνήτης πίσω από το γραφείο του βαρύς και ασυγκίνητος, αρνείται. Η Αλία, όμως, δεν πτοείται. Είναι αποφασισμένη να σώσει τα βιβλία με τα ίδια της τα χέρια. Νύχτα μεταφέρει όσα μπορεί με το αυτοκινητάκι της σιγά σιγά στο σπίτι της. Ο πόλεμος όλο και πλησιάζει. Η ταράτσα της βιβλιοθήκης γεμίζει όπλα και στρατιώτες. Ο πόλεμος φτάνει με βόμβες από τον ουρανό. Φωτιές, καπνοί παντού. Η βιβλιοθήκη εγκαταλείπεται από όλους, όχι όμως από την Αλία. Ζητά βοήθεια από τον φίλο εστιάτορα γείτονα. Εκεί μέσα σε ένα εστιατόριο βρίσκουν καταφύγιο τα βιβλία, οι πνευματικές τροφές. Και ευτυχώς γιατί μετά από εννέα ημέρες φωτιά καταβροχθίζει το κτίριο της βιβλιοθήκης εντελώς. Ο πόλεμος αλλάζει κατεύθυνση και η Αλία που δεν ησυχάζει μεταφέρει τα 30.000 βιβλία εκτός από το δικό της σπίτι, σε σπίτια φίλων. Το δικό της είναι ολογεμάτο. Την περιτριγυρίζουν, την περικυκλώνουν. Εκείνη, τα προστατεύει, τα φροντίζει, περιμένει και ονειρεύεται μια καινούργια βιβλιοθήκη που θα στεγάσει τα βιβλία τη παλιάς. Ονειρεύεται ότι μετά τις καταστροφές θα είναι παρούσα όταν έρθει η ώρα του διαβάσματος και της κουβέντας για καλύτερη ζωή. Τι και αν φοράει μαντίλα που κρύβει τα μαλλιά της, είναι φύλακας των βιβλίων του δικού της πολιτισμού και άλλων και το απόδειξε.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ
Στην Έκθεση Παιδικού και Εφηβικού Βιβλίου που διαφημίζεται από τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς και θα γίνει στις αρχές Φεβρουαρίου, ελπίζω να εντοπιστούν και άλλα βιβλία για βιβλία. Και που είναι παιδικά ενδιαφέρουν την στήλη ιδιαίτερα. Τα παιδικά είναι βιβλία της απαρχής, του ξεκινήματος. Όλοι θυμόμαστε εκείνα που μας άρεσαν όταν πρωτοκατακτήσαμε την ανάγνωση, που αρχίσαμε να έχουμε την έννοια της επιλογής, τι μας άρεσε να διαβάζουμε και τι όχι και τόσο.

Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 13


Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Ποιήματα, μετάφραση, εισαγωγή, σχόλια: Δημήτρης Καλοκύρης, έκδοση β΄, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2006, 302 σ.

Ωπ! Αυτή την εβδομάδα δεν έχει Βιβλία για Βιβλία ακριβώς μα στίχους και ποιήματα για βιβλία, βιβλιοθήκες, ανάγνωση, γνώση, γλώσσες, ιστορίες από τα παλιά χρόνια σωσμένες μέσα από την γραπτή παράδοση. Στον συγκεντρωτικό τόμο των ποιημάτων του Μπόρχες (όπως υπάρχει τέτοιος και για τα δοκίμια και για τα πεζά του) δεν κρύβεται τίποτα άλλο παρά ένα μεγάλος περίπατος στην ανθρώπινη περιπέτεια –μέσα από τις μικρές ιστορίες της και την δική του ατομική- όπως τις γνωρίζουμε από κείμενα περασμένα, δοσμένες με την ποιητική του. Ολόκληρος σχεδόν ο τόμος ποιημάτων αναφέρεται περίπου παντού με επιμονή στον πολιτισμό των βιβλίων, του μνημονικού μηχανισμού. Ποιήματα με θέμα κεντρικό τον βιβλιόκοσμο, και αράδες διάσπαρτες για τη μαγεία του, εικόνες, παρομοιώσεις, αλληγορίες, περιγραφές και ανθρώπους του μύθου και της πραγματικότητας που έγραψαν ή ενέπνευσαν άλλους να τους θαυμάσουν για την ομορφιά, τη χάρη, τη σκέψη, τη γενναιότητα ή την ξεχωριστάδα τους διαχρονικά και διατοπικά.
Ποιήματα αναπλασμένης μνήμης βγαλμένα από την αστείρευτη μνήμη του τυφλού ποιητή που ο νους του κρατάει την όραση σαν αίσθημα ζωντανό (Απ’ τα βιβλία δεν του απομένει παρά μονάχα ό,τι έχει συγκρατήσει/η μνήμη, η όψη αυτή της λήθης/που διατηρεί το μέγεθος, μα όχι την αίσθηση…, «Ο Τυφλός», σ. 194). Αντίθετα με ό,τι συχνά συμβαίνει στους τεχνικά βλέποντες ανθρώπους που στην ουσία είναι τυφλοί γιατί ενώ βλέπουν δεν νιώθουν και δεν διαβλέπουν. (Γεγονός επισημασμένο από τον τυφλό μάντη που προειδοποιεί τον Οιδίποδα «τυφλό στα αφτιά και στο νου» για να δει το μέγεθος του τραγικού που ο ίδιος έχει εξωθήσει μόνο μετά την αυτοτύφλωσή του.)
Και εδώ δέος με πιάνει με την ιδέα μοναχά του εγχειρήματος της παρουσίασης του Μπόρχες, τα ποιήματά του είναι που με παρασέρνουν και να τους αντισταθώ δεν μπορώ.
Ολόκληρα ποιήματα κλείνουν τις τάξεις των βιβλίων που του δίνουν παρηγοριά, αγαλλίαση και πόνο, όχι μόνο γιατί δεν μπορεί να διαβάσει μα γιατί από τα τόσα κείμενα που έχουν γραφτεί πάνω στη γη/έχω διαβάσει ελάχιστα/κι αυτά τα ίδια συνεχίζω να διαβάζω με τη μνήμη,/να τα ξαναδιαβάζω και να τα μεταπλάθω (σ. 140). Στο «Ποίημα των δώρων» ειρωνικά τα δώρα του είναι η νύχτα και τα βιβλία, ακριβώς σε αυτόν … που ως και τον Παράδεισο σαν μια/απέραντη βιβλιοθήκη ονειρευόμουν… (σ. 41). «Ο φύλακας των βιβλίων» που φυλάει τους κήπους, τους ναούς και την αιτία που υπάρχουν οι ναοί, και παρηγοριέται με την σκέψη πως φαντασία και παρελθόν είναι πια το ίδιο… (σ. 123-124). Ως «Ένας αναγνώστης» δεν περηφανεύεται για τις σελίδες που έχει γράψει όπως άλλοι αλλά είναι περήφανος για κείνες που έχω διαβάσει (σ. 139). «Στα βιβλία μου» που δεν ξέρουν ότι υπάρχω, μέρος του εαυτού του εκφράζεται καλύτερα παρά από τις ίδιες του τις σελίδες (σ. 198). Και αν κάηκε η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, δεν κάηκε η ιστορία, Οι αγρύπνιες των ανθρώπων θα ξαναγεννήσουν/τα αναρίθμητα βιβλία («Αλεξάνδρεια», 641 μ. Χ., σ. 213-214).
Αράδες για τη ακατάλυτη μοναδική σχέση με το διάβασμα και τους ανθρώπους παντού, σε κάθε γωνιά των λέξεων, σε κάθε γύρισμα του στίχου, πίσω από τα νοήματα. Δύσκολο να σταχυολογηθούν ώστε να βγάζουν ειρμό, ξεπηδούν φανερά μπροστά.
Αναφορά στα βιβλία αόριστα στο σύνολό τους –αλλά και όλα τα τεκμήρια του έντυπου κόσμου: χάρτες και άτλαντες, περγαμηνές, γκραβούρες, θολές δεγερτυπίες, ξεθωριασμένες φωτοτυπίες- στη δύναμή τους πάνω μας, στην ιδέα που αντιπροσωπεύουν γενικά μα και αναφορές σε πολύ συγκεκριμένα βιβλία μια ή και περισσότερες φορές το καθένα από αυτά, κολόνες κοινών παγκόσμιων αναγνώσεων αλλά και των ιδιωτικών του (ριγμένα ανάκατα εδώ ενδεικτικά και όχι όλα: η Βίβλος, το Κοράνι, οι Χίλιες και μία Νύχτες, η Κωμωδία του Δάντη, οι Εννεάδες, η εγκυκλοπαίδεια του Μπρόκχαους έχει δικές ιδιαίτερες γραμμές στη σ. 230)
Ο φύλακας των βιβλίων, ο αναγνώστης τριγυρισμένος βυθισμένος στα βιβλία που ψηλαφεί αλλά μόλις τα ανοίγει τα γράμματά τους χάνονται στο ποίημα του με τίτλο «Εγώ» λέει για τον ίδιο:

είμαι τα σπάνια βιβλία, οι σπάνιες
γκραβούρες με τη φθορά του χρόνου.
Είμαι εκείνος που φθονεί αυτούς που έχουν πεθάνει.
Το πιο παράξενο είναι να είμαι κάποιος που συνταιριάζει
λέξεις, σ’ ένα δωμάτιο κάποιου σπιτιού
. (σ. 181)

Λίγα από τα πολλά…

Υ.Γ. Αναζήτησα τα ποιήματα του Μπόρχες με αφορμή το Περί Βιβλιοθηκών για να το λάβω ως δώρο Χριστουγέννων από το λαγωνικό της στήλης και να ανακαλύψω πόσο βαθιά ήταν βιβλίο για τα βιβλία.

Κυριακή, 6 Ιανουαρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 12


Ντανιέλ Πενάκ, Σαν ένα μυθιστόρημα, μετάφραση Ρένα Χατχούτ, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000, 156 σ.


Ανάγνωση και γραφή. Προηγείται η ανάγνωση της γραφής καθώς παρατήρηση, ανάγνωση και ερμηνεία του περιβάλλοντος χώρου, αλλά και των συμπεριφορών ζώντων οργανισμών είναι ανθρώπινες διεργασίες γνωστές πριν να εφευρεθεί η γραφή, ο γραπτός κώδικας, ο διδάξιμος, αναγνωρίσιμος, κοινός για ομάδες (πριν το δώρο της τεχνητής μνήμης του Αιγύπτιου θεού Θωθ προς τους ανθρώπους παρ’ όλες τις αντιρρήσεις του Φαραώ).
Μέσα από το θαυμαστό βιβλίο του Alberto Manguel η Ιστορία της ανάγνωσης (Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, 1997, 548 σ.) γίνεται φανερό το πολύ απλό ότι και η ιστορία της ανάγνωσης έχει περάσει από φάσεις και στάδια, έχει εξελιχθεί μέσα από το πέρασμα των αιώνων. Δεν είναι μόνον αυτό που νομίζουμε σήμερα και μάλλον δεν είναι εκείνο που θα είναι αύριο. Και αυτό για να απαντηθεί ένα ερώτημα που τέθηκε μεταξύ άλλων στο Συνέδριο με θέμα «ΜΜΕ & Λογοτεχνία: το παρόν και το μέλλον μιας συμπόρευσης», που έγινε στις 28 και 29 Νοεμβρίου 2007, οργανωμένο από την Εταιρεία Συγγραφέων και την Γενική Γραμματεία Επικοινωνίας-Γενική Γραμματείας Ενημέρωσης. Το ερώτημα που στη βάση του εξέπεμπε δυσφορία, ήταν αν είναι δυνατόν να διαβαστεί ο Ντοστογιέφκι από το διαδίκτυο ή ηλεκτρονικά με τον ίδιο τρόπο όπως μέσα από ένα έντυπο βιβλίο. Η απάντηση, νομίζω είναι ότι όχι δεν μπορεί γιατί δεν είναι το ίδιο αλλά μπορεί με άλλον που δεν αποκλείει τον προηγούμενο. Ο Ντοστογιέφκι έχει διαβαστεί με πολλούς τρόπους έως σήμερα: σε συνέχειες εφημερίδων, σε ευτελή φυλλάδια πλανόδιων, σε πολυτελείς τόμους, σε κόμικς μαυρόασπρα και έγχρωμα, σε παιδικές απλοποιημένες εκδοχές, σε σχολικά και πανεπιστημιακά βοηθήματα, σε σαλόνια, σε γωνιές σκοτεινές, από το ραδιόφωνο, το σινεμά, την τηλεόραση, από φτωχές μεταφράσεις και από πολύ ψαγμένες και πάει λέγοντας. Καθεμιά από τις αναγνώσεις έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά, φέρνουν άλλα πράγματα στον αναγνώστη και μάλλον μπορούν να φέρουν και άλλα στον ψηφιακό κόσμο. Εμπλουτιστικά. Δεν χρειάζεται να πεθάνει ένα είδος ανάγνωσης για να υπάρξει ένα άλλο. Παράλληλα και εναλλακτικά.
Χονδρικά ο Πενάκ πραγματεύεται τη θεσμοθετημένη μη δημιουργική ανάγνωση μέσα από το κανάλι της σχολικής εκπαίδευσης, τα ερωτηματικά που γεννά η διαπίστωση αυτή και προτείνει λύσεις-απαντήσεις στο ζήτημα αντιμετώπισης της διδαχής της ανάγνωσης και της «πράξης της ανάγνωσης» γενικότερα. Σκέψεις, προσωπικές εμπειρίες, διαπιστώσεις συγκροτούν το Σαν ένα μυθιστόρημα (1992) σε σύντομα κεφάλαια γραμμένα με αμεσότητα και ζωντάνια που περιλαμβάνουν άφθονα στοιχεία κριτικής και αυτοκριτικής (Δεν φταίει μόνο η τηλεόραση… ανάμεσα στη γενιά των παιδιών ας και σε μας, … , οι δεκαετίες είχαν επίδραση αιώνων…, σ.27).

Δομημένο σε τέσσερα μέρη παρακολουθεί τη μύηση στον κόσμο της ανάγνωσης του νέου ανθρώπου πριν μάθει ο ίδιος την αποκωδικοποίηση.
Στο πρώτο μέρος η «Γέννηση του Αλχημιστή», η ανάγνωση του γονέα πριν την τελετουργική ‘καληνύχτα’, ένα δώρο, χωρίς απαιτήσεις και ανταλλάγματα. «Δωρεάν, που είναι το μόνο νόμισμα της τέχνης» (σ. 34). Το σχολείο που μαθαίνει την τεχνική αλλά εξαφανίζει το νόημα μέσα στο πλήθος των λέξεων (σ. 45). Η προσπάθεια που στραμπουλάει την όποια ευχαρίστηση.
Στο δεύτερο μέρος «Πρέπει να διαβάζουμε (Το δόγμα)» κοινή είναι η ομολογία της ανάγκης για διάβασμα, έλα που υπάρχουν ενήλικες που δεν διάβασαν ποτέ και τύπτονται για αυτό, άλλοι που νοσταλγούν τις παλιές τους αναγνώσεις, εκείνοι που διαβάζουν μόνον τα χρήσιμα και εκείνοι που διαβάζουν μόνο τους κλασικούς, που ξαναδιαβάζουν περασμένα κείμενα, που διαβάζουν ακολουθώντας τον συρμό, που ό,τι διάβασαν διάβασαν, όσοι διαβάζουν αδιακρίτως, (σ. 64-65) και σε λίστα οι χίλιοι σωστοί λόγοι γιατί είναι ‘καλό’ το διάβασμα (σ. 66-67). Η αποτυχία έγκειται στο γεγονός ότι η «ζωντάνια ποτέ δεν μπήκε στο πρόγραμμα της διδακτέας ύλη» (σ. 74) ενώ όλες οι αναγνώσεις συνιστούν πράξεις αντίστασης, σε όλα και όλους που μας σώζει και από τον ίδιο του εαυτό μας (σ. 75-76).
Το τρίτο μέρος τιτλοφορείται «Δώστε τους να διαβάσουν» αναφέρεται σε ένα πείραμα σε σχολείο ατίθασων και προβληματικών μαθητών όπου ο καθηγητής πήρε ρίσκο κερδίζοντας στοίχημα της ανατροπής του τι κάνει ένα μαθητή ικανό για μάθηση. Απλοί φόβοι (μήπως και δεν καταλάβω, μα δεν είμαι καλός, μα έχω μαθησιακές δυσκολίες, μα δεν θα τα καταφέρω έως το τέλος, πού να βρεθεί ο ικανός και κατάλληλος χρόνος…) που από μακριά ρίχνουν μακριές σκιές μα από κοντά εξαφανίζονται.
Το τέταρτο μέρος κάτι σαν τον Δεκάλογο του αναγνώστη τιτλοφορείται «Το τι θα διαβάσει ο κόσμος (ή: Τα απαράγραπτα δικαιώματα του αναγνώστη) με πρώτο το δικαίωμα να μην διαβάζει καθόλου. Αλλά και άλλα επαναστατικά και απελευθερωτικά δικαιώματα όπως να πηδάμε σελίδες, να μην τελειώνουμε ένα βιβλίο, να ξαναδιαβάζουμε, να διαβάζουμε οτιδήποτε και οπουδήποτε, να τσαλαβουτάμε, να διαβάζουμε δυνατά, αυτό που αποκαλεί δικαίωμα στο μποβαρισμό (αισθησιασμό), και τέλος στο δικαίωμα της σιωπής, της μεταφυσικής ανάγκης για συντροφιά στην μοναχική πορεία από την ζωή στον θάνατο.
Και για να μην κλείσει η παρουσίαση όπως κλείνει το βιβλίο με ένα βάρος, κρατάω ότι η ανάγνωση πάνω και μέσα από όλα τα κείμενα των ανθρώπων είναι σαν να ταξιδεύεις χωρίς διαβατήριο (σ. 120), ελεύθερα, μοναχική η πορεία στην κατάληξή της αλλά και ταξίδι ελευθερίας.