Κυριακή, 27 Απριλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 28


ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ!

Ντομινίκ Ντέμερ, Η μυστηριώδης βιβλιοθηκάριος, μετάφραση Πόπη Καλούδη-Escayola, εικονογράφηση Κωνσταντίνα Καπανίδου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, 71 σ.
Σύγχρονη λογοτεχνία για παιδιά και για νέους-συλλογή Χελιδόνια για παιδιά από 8 ετών

Η Σαρλότ είναι η πολυπρόσωπη αλλιώτικη και όχι μόνο χάρη στο τεράστιο μαύρο καπέλο, ηρωίδα της συγγραφέως Ντομινίκ Ντέμερ. Την μια είναι η καινούρια δασκάλα που διδάσκει τα παιδιά πώς να μετράνε τους τοίχους με μέτρο μακαρόνια, παίζει ποδόσφαιρο και λέει ιστορίες. Την άλλη είναι η μυστηριώδης βιβλιοθηκάριος. Για αυτήν θα πούμε σήμερα.
Η Σαρλότ προσλαμβάνεται από τον δήμαρχο κύριο Τσαντισμένο που τα αγαπημένα του πράγματα είναι να δίνει διαταγές, να βλέπει ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, να τσακίζει σάντουιτς με τουλάχιστον 64 φέτες ζαμπόν με μουστάρδα και δεν έχει ανοίξει βιβλίο για βιβλίο ποτέ. Η Σαρλότ καθαρίζει τον χώρο και απογράφει 163 ολόκληρα βιβλία, 202 ποντικοφαγωμένα, 7 μαύρες μεγάλες και 2 μικρές αράχνες και 5 ποντίκια (ζώα που υιοθετεί και φροντίζει). Πετάει τα βαρετά βιβλία και «φαντάζεται… βιβλία που σε κάνουν να γελάς, να κλαις, να τρέμεις, να χορεύεις, να ταξιδεύεις. Βιβλία που σου γαργαλάνε το μυαλό, που σου χαϊδεύουν την καρδιά, που σου ηλεκτρίζουν το πνεύμα.»
Ο Λεό παρακολουθεί με περιέργεια τα καμώματα της Σαρλότ και γράφει για αυτά στην Μαρία. Όταν την βρίσκει τάβλα, την σώζει καταλαβαίνοντας ότι οι ιστορίες των βιβλίων την ρουφάνε στην δράση τους και ότι για να βγει πρέπει κάποιος να συνεχίσει με δυνατή φωνή την ανάγνωση της ιστορίας.
Η Σαρλότ στήνεται στην αυλή του σχολείου και διαβάζει προκλητικά αφοσιωμένη προκαλώντας την περιέργειά των παιδιών. Δίπλα της ένα καροτσάκι γεμάτο βιβλία, η κινητή βιβλιοθήκη της. Ο άτακτος Μαρτέν ζητά βιβλία που μιλάνε για βρομιές και την επόμενη μέρα του δίνει ένα βιβλίο για γουρουνάκια που ολημερίς στην λάσπη κυλιούνται καθώς και άλλα με τίτλους που κλείνουν μυστήριο και δράση. Η Σαρλότ μεταφέρει την Βιβλιοθήκη στην ευρύχωρη σοφίτα του Δημαρχείου και τακτοποιεί τα βιβλία ανάλογα με το χρώμα τους. Η σοφίτα μετατρέπεται σε χώρο αναψυχής και ανάγνωσης. Τα παιδιά βοηθάνε και η Σαρλότ έχει χρόνο να χάνεται στα βιβλία με ειδική προτίμηση στην Πεντάμορφη και το Τέρας, μιας και ήταν ερωτευμένη μαζί του. Οι γονείς, ο δήμαρχος, οι άνθρωποι φρίττουν και αμφισβητούν την ιδιότητά της ως πραγματικής βιβλιοθηκαρίου…

Μα τι είναι ένας πραγματικός βιβλιοθηκάριος;
Τι είναι αυτά που κάνει ένας αληθινός βιβλιοθηκάριος;
Η πιο παλιά λέξη για βιβλιοθηκάριος ήταν και εκείνη σύνθετη και μιλούσε από μόνη της περισσότερο για την δουλειά του: «βιβλιοφύλακας», φυλούσε, προστάτευε τα βιβλία από κάθε λογής κινδύνους και κυρίως τους ανθρώπους αναγνώστες. Ήταν πιστός στα βιβλία σαν αντικείμενα και δεν ήταν για να τα μοιράζεται.
Μετά η αυστηρή λέξη «βιβλιοφύλακας» εγκαταλείφθηκε, χάθηκε από τα περισσότερα λεξικά, δεν την θυμόμαστε πια παρά σε σπάνιες ιστορικές περιπτώσεις. Αντικαταστάθηκε από την λέξη «βιβλιοθηκάριος», εκείνον που τοποθετεί τα βιβλία στη θήκη τους, δηλαδή στην θέση τους. Εκείνον τον άνθρωπο που δεν φυλάει απλά τα βιβλία αλλά τα φροντίζει, τα βάζει στο σωστό μέρος. Σήμερα, χρησιμοποιούμε τον όρο «βιβλιοθηκάριος» μα παράλληλα έχουμε και έναν άλλο όρο: «βιβλιοθηκονόμος». Και πάλι σύνθετη λέξη: βιβλιοθήκη + οικονόμος και με αυτήν αναφερόμαστε στον ειδικευμένο στην οργάνωση, λειτουργία και διοίκηση των βιβλιοθηκών. Συνδέεται με την πρακτική επιστήμη της Βιβλιοθηκονομίας που πολλά έχει δανειστεί και μάθει από άλλες.
Όπως πολλά μαθαίνουμε από την Σαρλότ από εκείνα που έχουμε ξεχάσει ή που ξεκίνησαν αλλιώς και αλλού κατέληξαν. Σε ξερούς, καταπιεστικούς και δυσάρεστους κανόνες και περιορισμούς (που σχεδόν ανασύρουν τη λέξη «βιβλιοφύλακας» από τα παλιά) που κάνουν την ανάγνωση και την μελέτη δύσκολη, ζήτημα προσπάθειας και ελιγμών. Η Σαρλότ μας ξαναθυμίζει την πολλαπλή ευχαρίστηση, καταργεί τα μη και τα πρέπει, συνδέει την ανάγνωση με την χαρά και την απόλαυση.

Στο μοντέλο της Μαίρη Πόπινς, της ανορθόδοξης γκουβερνάντας που ανοίγει την ομπρέλα της και εξαφανίζεται στον βόρειο άνεμο, έτσι και η Σαρλότ όταν ολοκληρώσει το έργο της, φεύγει γιατί την περιμένει ένα καινούριο επάγγελμα που θα ασκήσει με τον δικό της ελεύθερο τρόπο, κάθε φορά μαθαίνοντας και η ίδια: «Κατάλαβα πια πως οι ήρωες των βιβλίων ζουν σ’ ένα διαφορετικό κόσμο. Μπορούμε να ταξιδεύουμε σ’ ένα βιβλίο, όμως πρέπει πάντα να ξαναγυρίζουμε.»

Μικρό Υστερόγραφο
Στην τελευταία σελίδα της Lifo (αρ.109, 23.04.08) της εβδομάδας διαβάζω για τον θάνατο του Νίκου Παντελάκη που εργάστηκε 77 χρόνια στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας και έγραψε για την ζωή του (βλ. Βιβλία για Βιβλία 7). Τον θυμάμαι, τον θυμήθηκα και πάλι και νομίζω πως δεν θα τον ξεχάσω…

Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 27


Μάριο Βάργκας Λιόσα, Επιστολές σ’ ένα νέο συγγραφέα, μετάφραση από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2001, σ.196.

Ο Rilke έγραψε για την ποιητική δημιουργία και την πνευματική, ψυχική, καθημερινή κατάσταση του ποιητή και έστειλε την ποιητική ηθική του θεώρηση με την μορφή δέκα επιστολών σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον Kappus, ο οποίος τις εξέδωσε μονόπλευρα (δεν περιέλαβε τα δικά του γράμματα, την μια φωνή αυτού του διαλόγου, βάζοντας έτσι τον αναγνώστη να εικάσει τα λόγια που γέννησαν την απάντηση. Ίσως γιατί δεν είχε φυλάξει τις δικές του επιστολές, ίσως από σεμνότητα). Πρόκειται για μια ιδιωτική ανταλλαγή που σε ένα σημείο δημοσιοποιήθηκε. Ο Λιόσα, εξαρχής στον χώρο της δημόσιας σφαίρας, έπλασε, σε αντιστοιχία, έναν φανταστικό νεότερο συνομιλητή για να στήσει την καθοδηγητική αλληλογραφία των δώδεκα επιστολών που αναφέρεται αποκλειστικά στην συγγραφή μυθιστορημάτων. Στην πραγματικότητα, εδώ, ο Λιόσα βρίσκεται σε συνομιλία όχι μόνο με έναν αποδέκτη, τον αόρατο υποτυπώδη παραλήπτη (τον οποίο προσφωνεί «αγαπητέ μου φίλε» και λίγο ακούμε τα ζητούμενά του) αλλά με τον Rilke, με όλες τους τις αναγνώσεις του και τους συγγραφείς τους –αγαπημένους και μη– και κατ’ επέκταση με τις σκέψεις και σχηματισμένες απόψεις του πάνω σε αυτές, τον εαυτό του, τους αναγνώστες του βιβλίου, εμάς, που μας δείχνεται με όρους ρεαλιστικούς.
Ο έντυπος δίαυλος επικοινωνίας έχει το στοιχείο του άχρονου. Μπορεί να είναι άμεσος, και σύγχρονος είναι δυνατόν, όμως, να γεννηθούν ζωντανές σκέψεις από γραπτά παλαιότερα και να συνεχίζεται μια διαδρομή σε συνέχειες και ασυνέχειες ατέρμονα. Ο Λιόσα στην πρώτη και πιο θεωρητική επιστολή, όπως και ο Rilke προηγούμενα, ως κίνητρο της συγγραφής δεν προσδιορίζει έναν εξωτερικό παράγοντα, όπως την κοινωνική, πολιτική ή οικονομική επιτυχία αλλά θεωρεί ότι είναι μια κλίση άπιαστη που βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη, θρησκεία, μοναδικό τρόπο πορείας. Το γράψιμο τρέφεται από τον γραφέα. Αναφέρεται σε διάφορες προσεγγίσεις της έμπνευσης (επιλογή σύμφωνα με τον Σαρτρ). Πιστεύει ότι η συγγραφή εκκινεί από μια επαναστατικότητα, απόρριψη και κριτική στην ζωή όπως την βιώνουμε. Είναι η μυθοπλασία που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, απαντά και ανακουφίζει, «επινοήθηκε ως άμυνα κατά της δυστυχίας» (σ. 27). Εξού γιατί θεωρήθηκε από δυσάρεστη έως επικίνδυνη, εξού και ο ρόλος της λογοκρισίας.
Διαχωρίζει τον ποιητικό λόγο από τον μυθιστορηματικό. Η ποίηση είναι είδος «πυκνό, αποκαθαρμένο μέχρι να μείνει μόνο η ουσία, χωρίς φλυαρία» (σ. 108). Αντίθετα το μυθιστόρημα θα πρέπει να είναι κάπου τοποθετημένο στον χρόνο, στον χώρο και να έχει πληροφορίες επιλεγμένες που να συνδέουν τα επεισόδια και τα γεγονότα. Με τον τρόπο αυτό δικαιολογεί την αναγκαιότητα των τεχνικών που παραδίδει.
Τα σημεία στα οποία επικεντρώνεται είναι το αλληλένδετο μεταξύ θέματος και μορφής, η επιλογή της ιστορίας (που κατατρέχει το υποσυνείδητο του συγγραφέα και προκειμένου να απαλλαγεί το μεταμορφώνει), το ύφος, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα της αφήγησης, ο χώρος, ο χρόνος, το επίπεδο της πραγματικότητας, οι μετακινήσεις που μπορούν να γίνουν στις οπτικές του χώρου, του χρόνου, της αφηγητικής φωνής, του ύφους και το ποιοτικό άλμα που επιτυγχάνεται μέσα από δεξιοτεχνικές -αντιληπτές ή αδιόρατες- μετατοπίσεις, η τεχνική της ρωσικής κούκλας (οι αρθρωτές Χίλιες και μια νύχτες για παράδειγμα), το κρυφό στοιχείο, οι σιωπές του συγγραφέα, οι επιλογές και η οικονομία του, αυτό που αποκαλεί «τα συγκοινωνούντα δοχεία», το φαινόμενο «ντόμινο» εκεί που τα γεγονότα αλληλλοεπιδρούν το ένα πάνω στο άλλο. Και στο τέλος, ως υστερόγραφο η συντομότερη από όλες τις επιστολές, αναφέρεται στην κριτική όπου σχεδόν συμμερίζεται την άποψη του Rilke για την αξία της. Η κριτική δεν καταφέρνει να ερμηνεύσει, να απογυμνώσει το «φαινόμενο της δημιουργίας» γιατί η δημιουργία δεν διδάσκεται. Οι προϋποθέσεις της μόνο, η ανάγνωση και γραφή, διδάσκονται.
Επιμένει και επανέρχεται στο οξύμωρο της αυθεντικότητας, της ειλικρινείας που θα πρέπει να αναδύεται από την κατασκευή της μυθοπλασίας. Οι μύθοι των ανθρώπινων κοινωνιών δεν είναι τίποτα άλλο παρά αποδόσεις πραγματικότητας που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, παράλληλα με το καλούμενο πραγματικό, συνυπάρχουν το φαντασιακό, αλληγορικό, ιδεατό…

Και να μην κλείσω χωρίς να ευχαριστήσω ξανά το λαγωνικό της στήλης και βέβαια για την υπόδειξη του τίτλου ως σχετικού (του τρίτου περί γραφής σε μορφή επιστολών) και για το πρόσφορο timing, την επιλογή του χρόνου, που επιτρέπει ένα ενδιαφέρον -νομίζω- πάντρεμα των παρουσιάσεων σε κοντινή απόσταση.

Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 26


Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μετάφραση Μάριου Πλωρίτη, Ίκαρος, Αθήνα 1995, 109 σ.


Δέκα γράμματα του Rilke προς τον ποιητή του Βιβλίου των Ωρών, Franz Xaver Kappus, γραμμένα μεταξύ των ετών 1903-1908, που πρωτοκυκλοφόρησαν το 1929. Στα ελληνικά μεταφρασμένα από τον συγγραφέα και σκηνοθέτη Μάριο Πλωρίτη απευθείας από τα γερμανικά, έχουν εκδοθεί δεκατρείς φορές μέχρι τον Ιούλιο του 2005 από τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Ίκαρο. Ο Μάριος Πλωρίτης, μαζί με τον Αλέκο Κατσιφά και τον Νίκο Καρύδη, ίδρυσαν την «εκδοτική εταιρία Ίκαρος» τον Δεκέμβριο 1843 που ξεχώρισε τόσο για τις εκδοτικές επιλογές Ελλήνων και ξένων ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών όσο και για την ποιότητα, την εικαστική πρόταση και την τεχνική αρτιότητα των εκδόσεών του.
Συμβουλές τεχνικού ή πρακτικού τύπου δεν δίνει ο Rilke στο νεαρό ποιητή. Πώς αρχίζει ένα ποίημα, για την μορφή, το ύφος και τέτοια δεν έχει. Μια συνταγή επιτυχίας, ένα μοντέλο να πατήσει, τέτοιου είδους παραινέσεις δεν υπάρχουν. Δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει μόνο ο ίδιος ο ποιητής με τις αναμνήσεις, τις εικόνες καθημερινότητας, τα αισθήματά του που καλείται να αποδώσει με «ταπεινή ειλικρίνεια». Οι επιστολές περιγράφουν την ποιητική ηθική του Rilke, που επικεντρώνεται στον άνθρωπο, την δύναμή του και τις αδυναμίες του που ιδωμένες αλλιώς, και πάλι με δύναμη ισούνται.
Ο νέος ποιητής θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα αν πρέπει οπωσδήποτε επιτακτικά να γράφει, τι τον σπρώχνει προς τα εκεί και να οργανώσει την ζωή του σύμφωνα με την αναπόδραστη αυτή ανάγκη της έκφρασης. «Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη» (σ. 21). «Κι η τέχνη, ακόμα, δεν είναι παρά ένας τρόπος ζωής» (σ.108).
Διατρέχω τις επιστολές και χορταριάζω σκόρπια, μπρος πίσω. «… χωρίς ποτέ ν’ αποζητήσετε καμιάν αμοιβή απ’ έξω», η αμοιβή –κίνητρο ενέργειας και δράσης- δεν χωράει εδώ γιατί αμοιβή είναι ένας ολόκληρος ολοκληρωμένος εαυτός. Μάλλον η αρχή αυτή θα μπορούσε να ισχύσει και σε άλλες περιπτώσεις, ίσως για όλους…
Η ειρωνεία δεν μπορεί να σκεπάσει το έλλειμμα δημιουργικότητας σε καμιά περίσταση.
Ο Rilke υποδεικνύει εκείνα τα βιβλία που διδάσκουν τις αλήθειες που προσπαθεί να καλλιεργήσει και να περάσει μέσα από τον κόσμο τους.
Παρακαλεί να διαβάζει όσο μπορεί λιγότερες αισθητικές και κριτικές μελέτες. Είναι άψυχες, μεροληπτικές ή μονόπλευρες, βραχύβιες.
Ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να βιάζεται, σαν να έχει μπροστά του την αιωνιότητα.
Τα μικρά και ασήμαντα, τα αδύναμα και ταπεινά περιμένουν να αγαπηθούν.
Θ πρέπει να ελευθερωθεί από τις προλήψεις, τις πλάνες, τις συμβατικότητες (τις ευκολότερες λύσεις), για να ιχνηλατήσει την ατομικότητά του.
Με τον περίγυρο των απλών ανθρώπων ο ποιητής να επικοινωνεί στο επίπεδο που βρίσκονται, να μην τους τυραννά και τους τρομάζει με τα δικά του ερωτήματα, και την μοναξιά του.
Τα δύσκολα και επίπονα μονοπάτια της Μοναξιάς και της Θλίψης, ο ποιητής να μην τα φοβάται. Αντίθετα, πρέπει να αποζητά και να στρέφει την ματιά του προς τα μέσα του, με την αυτοσυγκέντρωση του ερημίτη. Στην εσωτερική πορεία που δεν συναντά κανέναν και βαραίνει ασήκωτα. Τις θλίψεις, στιγμές ψυχικής έντασης, που έχουν ζωή αυτόνομη, που είναι βλαβερές μονάχα όταν τις φιμώνουμε και τις σέρνουμε σαν αρρώστιες.
Για την Μοίρα που βγαίνει από τον άνθρωπο τον ίδιο και δεν έρχεται κάπου απέξω. Για την υπόστασή μας που πρέπει να αποδεχθούμε «πλέρια». Για τους φόβους μας που δεν έχουμε το κουράγιο να αναμετρηθούμε, για τον συγκεκριμένο φόβο του καινούργιου και άγνωστου, για τις απέραντες δυνατότητές μας όταν είμαστε προετοιμασμένοι για όλα, για τους δικούς μας τρόμους μέσα στον κόσμο. Για την ανατρεπτική διατύπωση: «Ίσως κάθε τι τρομαχτικό να’ ναι, στο απώτατο βάθος του, έρημο κι αβοήθητο και να προσμένει από μας βοήθεια.» (σ. 92-96)
Και άλλα δύσκολα.
Μάζεψα πολλά, ουσιώδη, για σκέψη πάντως, ίσως και για εφαρμογή. Με ένα νέο τρόμο: την συναίσθηση ότι τα περισσότερα από αυτά μένουν ακόμα να κερδισθούν από ποιητές και μη…

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 25


Αντόν Τσέχοφ, Η τέχνη της γραφής. Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα, ανθολόγηση Πιέρο Μπρουνέλλο, μετάφραση Βασίλης Ντινόπουλος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007, 220 σ.
σειρά: Ξένη Λογοτεχνία

Αν σε προηγούμενες παρουσιάσεις έχει θιγεί ελαφρά το ερώτημα γιατί διαβάζουμε, μάλλον προηγείται ένα άλλο ερώτημα: γιατί, πώς και με ποιο σκοπό γράφουμε. Για την τέχνη και την τεχνική του γράφειν. Η μπλογκοστήλη έχει ακουμπήσει το θέμα με τον Lu Chi, Η τέχνη του γραψίματος = Wen Fu, (Βιβλία για βιβλία 6). Αλλά αν ο Lu Chi έγραψε για να ξεκλειδώσει τα μυστικά της γραφής και διατύπωσε τις σκέψεις του λυρικά, σε στίχους, ο Άντον Τσέχοφ (1860-1904) δεν κάθισε να γράψει ένα βιβλίο για την γραφή επιτούτου. Τι τον απασχολεί, πώς συλλαμβάνει ένα θέμα και στην συνέχεια το επεξεργάζεται, για τις διαδρομές του στον κόσμο του γραπτού λόγου. Όχι, καθόλου. Μέσα από την επιστολογραφία του επιλέχθηκαν από τον Πιέρο Μπρουνέλλο εκείνα τα κομμάτια που αναφέρονται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο στο γράψιμο, ταξινομήθηκαν ανάλογα με το συμβουλευτικό τους περιεχόμενο -δεν ακολουθείται χρονολογική τάξη των επιστολών αλλά παρουσιάζονται ομαδοποιημένα θεματικά- και με μια σύντομη εισαγωγή του ίδιου, έφτιαξαν ένα νέο –μετά θάνατον– τίτλο για τον Ρώσο διηγηματογράφο και θεατρικό συγγραφέα Αντόν Τσέχοφ.
Τα περισσότερα αποσπάσματα είναι σύντομα και πάντως δεν ξεπερνούν τις δύο σελίδες. Αποκομμένα από την υπόλοιπη επιστολή και την σχέση με τους δέκτες, λειτουργούν ως παραθέματα και όχι ως ολοκληρωμένες απόψεις. Μεταξύ των παραληπτών τους ο μεγαλύτερος αδελφός του, δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλέξανδρος, ο Μ. Γκόρκι και άλλοι νέοι και νέες συγγραφείς με τους οποίους αλληλογραφεί και των οποίων τα κείμενα διαβάζει. Είναι δομημένο σε δυο μέρη, στα Γενικά και τα Ειδικά Ζητήματα με κεφάλαια που πραγματεύονται γιατί γράφουμε, για ποιον, τι να γράφουμε και πώς, πότε και με ποιον ρυθμό, στα Γενικά. Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στην αξία της φιλαλήθειας, την τεχνική των περιγραφών, των προσώπων, των συναισθημάτων, των προς αποφυγή πραγμάτων, στην λογοτεχνική κοινότητα, και διάφορες μικρές συμβουλές για την χρήση ονομάτων, λέξεων, τίτλων, προσδιορισμών, αφιερώσεων.
«Δε μας κλείνουν τις πόρτες επειδή γράφουμε. Αντίθετα, γράφουμε επειδή μας κλείνουν τις πόρτες και δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε», έγραφε στον Μαξίμ Γκόρκι από την Γιάλτα στις αρχές του 1899. Υποστήριζε ότι ο λογοτέχνης δεν καλείται να δίνει απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα, δουλειά του είναι η απεικόνιση καταστάσεων με την ματιά του αμερόληπτου, ειλικρινή μάρτυρα. Να θέτει τα ζητήματα. Συστηματικά συνιστούσε λιτότητα και αμεσότητα του λόγου, αντικειμενικότητα, απλότητα, πειστικότητα, τόλμη και πρωτοτυπία, και όχι επανάληψη των στερεοτύπων, αλλά προσέθετε και την ποιότητα της ζεστασιάς. Αρνιόταν το τυχαίο και αναζητούσε την λογική. Θεωρούσε ότι η τέχνη δεν μπορεί να λέει ψέματα, μισούσε την βία σε όλες τις μορφές της. Οι λεπτομέρειες εξαντλούν την προσοχή, ακόμα και οι πιο ενδιαφέρουσες. Τα κεντρικά πρόσωπα σε ένα διήγημα θα πρέπει να είναι ζωντανά, να μην ξεπερνούν τα δύο (άνδρας-γυναίκα) και να δρουν σε ένα πλαίσιο.
«Εμείς θα δηλώνουμε καθαρά και ξάστερα ότι σ’ αυτό τον κόσμο τίποτα δεν είναι απλό», έγραφε, (σ. 153) προσδιορίζοντας τον κοινωνικό ρόλο του συγγραφέα. Αν και διατυπώνεται η βαθιά του απογοήτευση απέναντι στην επίσημη διανόηση της εποχής του, την χαρακτηρίζει υποκριτική, ψεύτικη, υστερική απαίδευτη, νωθρή (σ. 170), πίστευε στις «ξεχωριστές προσωπικότητες», εκείνες που δρουν στους κόλπους της κοινωνίας αθόρυβα, επίμονα και διακριτικά. Τα αποτελέσματα της δράσης αυτών των διάσπαρτων ανθρώπων δεν περνούν απαρατήρητα γιατί εντέλει τα πράγματα σπρώχνονται προς τα εμπρός. Και το εμπρός για τον Τσέχοφ ήταν ότι η επιστήμη προχωρά, «η κοινωνική αυτοσυνειδησία μεγαλώνει, τα ηθικά ζητήματα αρχίζουν να αποκτούν ενοχλητικό χαρακτήρα», και χωρίς τα «επίσημα πρόσωπα» και την μαζική διανόηση.
Στη βάση του πρόκειται για ένα βιβλίο κριτικής ανθολογίας, προϊόν ιταλικής επεξεργασίας που κυκλοφόρησε το 2002. Και από την ανθολογία με την σειρά μου ανθολόγησα –φιλτράρισα– όσα χτυπάνε ένα δικό μου νεύρο. Έχει μεταφραστεί και στην γαλλική γλώσσα την οποία ο Έλληνας μεταφραστής χρησιμοποίησε για να περάσει την εισαγωγή στα ελληνικά, ενώ σημειώνει ότι τα αποσπάσματα των επιστολών του Τσέχοφ μετάφρασε απευθείας από τα ρωσικά. Δύο εκδόσεις έχει κάνει το ελληνικό βιβλίο την χρονιά που μας πέρασε, τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο του 2007.

Καλημέρα σε όλους, σήμερα συννεφιασμένη Κυριακή