Τετάρτη 2 Ιουλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 37


Όσνε Σέιερσταντ, Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ, μετάφραση Άννα Παπαφίγκου, επιμέλεια Θέμις Μίνογλου, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2003, 292 σ., σειρά: Cosmos 3.

Διαλέγω να μαθαίνω και να σπρώχνω τα πολύ δύσκολα σε γωνιές κρυφές, είναι αλήθεια. Με τον Βιβλιοπώλη της Καμπούλ μαθαίνω πράγματα που γίνονται στην παραπέναντι όχθη και διαλέγω να μην ξεχνάω. Το αντίθετο μάλιστα, διαβάζω για να φωτίζω ξανά, όχι από περαστική περιέργεια μα ακριβώς για να μην ξεχνάω. Γιατί τότε, αν το κάνω, είναι σαν να κλείνω τα μάτια και να διαλέγω να ζω στον κόσμο της ροζουλής Μπάρμπι, στον επίπεδο τηλεοπτικό χωρόχρονο, στο ενημερωμένο αδιάφορο.
Πιο ρεαλιστικός ο τίτλος του βιβλίου δεν γινόταν. Μιλάει για τον Σουλτάν Χαν, έμπορο βιβλίων στην πόλη της Καμπούλ που επιβλήθηκαν κατά σειρά οι κομμουνιστές, οι Μουτζαχεντίν και οι Ταλιμπάν, όλοι φέρνοντας μαζί τους όλη την βία σε όλες τις εκφάνσεις της. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2002 στο Όσλο και περιλάμβανε εικόνες και διηγήσεις, αν και προσωπικές, πρόσφατες και επίκαιρες έως και το 2001.
Η συγγραφέας δημοσιογράφος, αυτόπτης μάρτυρας, παρατηρεί την ζωή στο δημόσιο και ιδιωτικό επίπεδο, ζώντας μέσα στο τριάρι του βιβλιοπώλη. Μοιράζεται την καθημερινότητα των γυναικών και των παιδιών. Περιγράφει και παρατηρεί τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, τον τρόπο που διαμορφώνονται, το σκεπτικό που τις διέπει. Πάντοτε, βέβαια, με τα μάτια και στα βήματα του ανθρώπου της Δύσης. Παρατηρεί και σχολιάζει και όσα διαδραματίζονται στο δημόσιο γίγνεσθαι. Το βιβλίο λειτουργεί ως κεραία λήψης μηνυμάτων που έρχονται από πολλές κατευθύνσεις. Κύρια δίοδος είναι η επικοινωνία στην αγγλική γλώσσα. Η οικογένεια είναι από μόνη της μια ιδιαίτερη οικογένεια μιας και γνωρίζει όχι μόνο γραφή και ανάγνωση αλλά και αγγλικά. Και παρόλα αυτά ο βιβλιοπώλης που ενδιαφέρεται για το μέλλον της χώρας του, διαθέτει άποψη πολιτική αλλά και επιχειρηματική –την οποία εφαρμόζει με πρόγραμμα και αδιάλλακτη σκληρότητα όπου κρίνει απαραίτητη–, με τις γυναίκες του σπιτικού του είναι σκληρός, χωρίς κατανόηση για τις ανάγκες τους, τα όνειρα που είναι δυνατόν να έχουν και τις απογοητεύσεις τους. Σκληρός είναι και με τους γιους τους που δεν ακούει και τους χρησιμοποιεί ανάλογα με τις υποχρεώσεις των βιβλιοπωλικών καταστημάτων του.
Ο Σουλτάν, γιος αναλφάβητων γονέων, εγκατέλειψε το επάγγελμα του μηχανικού εξαιτίας της αγάπης του για τα βιβλία. Πλασιέ βιβλίων στα εφηβικά του χρόνια, φρόντισε να προμηθεύει τους συμφοιτητές του με τα κατάλληλα εγχειρίδια, αγόρασε ένα στοκ βιβλίων διαφόρων θεμάτων από την Τεχεράνη για να ανοίξει το πρώτο του βιβλιοπωλείο στην αγορά την δεκαετία του 1970. Πουλούσε κείμενα εγκριμένα και από τους Μουζαχεντίν και από τους κομμουνιστές, ό,τι ήθελε η εξουσία αλλά και ό,τι ήθελε ο κόσμος. Τα απαγορευμένα τα έκρυβε. Δυο φορές τον συνέλαβαν, έφαγε ξύλο μέχρι ολικού μελανιάσματος, μπήκε φυλακή στην πτέρυγα πολιτικών κρατουμένων, μακριά από βιβλία και χαρτιά. Δωροδοκώντας κατάφερε να βάλει λαθραία βιβλία, διάβασε ιστορία, ποίηση, λογοτεχνία, περσική φιλοσοφία και η ήδη σταθερή απόφασή του να έχει να κάνει με τα βιβλία, ρίζωσε κάθετα. Βγαίνοντας για λόγους ασφάλειας, μετακόμισε με την οικογένειά του στο Πακιστάν. Στην επιστροφή τους βρήκε το βιβλιοπωλείο λεηλατημένο, τις συλλογές του κατακλεμμένες, όπως άλλωστε και αυτές της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Οι Ταλιμπάν συνέχισαν το έργο της καταστροφής των βιβλίων και ισοπέδωσαν κάθε δείγμα πολιτισμού. Παρόλα αυτά ο Σουλτάν κατάφερε να διατηρεί τρία βιβλιοπωλεία στην Καμπούλ και να διαθέτει περισσότερα από 10.000 βιβλία κρυμμένα εδώ και εκεί, σε πολλά σημεία. Ήλπιζε ότι κάποτε όλα θα τελείωναν. Η χώρα θα ξαναστηνόταν και η Εθνική Βιβλιοθήκη θα ξαναλειτουργούσε. Η σχέση των διαφορετικών καθεστώτων με το βιβλίο ελεγκτική, επιθετική, καταστροφική και οι άνθρωποι του βιβλίου σε διωγμό.

Ο βιβλιοπώλης –άνθρωπος του βιβλίου σαφώς– είναι εκείνος που πουλά βιβλία ή είναι και ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου, κρίκος βασικός στην μακρά αλυσίδα παραγωγής –συχνά βιβλιοπώλες είναι και εκδότες– και διακίνησης του βιβλίου. Είναι ο βασικός υπεύθυνος που φέρνει το βιβλίο στο κοινό, το βάζει στην βιτρίνα για τον περαστικό, στον πάγκο για όσους θέλουν να πιάνουν το χαρτί, να ελευθερώνουν την μυρωδιά του μελανιού, να ξεφυλλίζουν, να αγοράζουν και να βυθίζονται σε κόσμους τυπωμένους…

Κυριακή 22 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 36

Στον Spyro
που προσκάλεσε το βιβλίο στην στήλη

Γιοστέιν Γκάαρντερ-Κλάους Χάγκερουπ, Η Μαγική Βιβλιοθήκη, μετάφραση Ιάκωβος Κόπερτι, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, Αθήνα 2002, 299 σ.
σειρά: Ξένη Λογοτεχνία


Η Μαγική Βιβλιοθήκη, ο τίτλος του βιβλίου είναι σαν να μας κεντρίζει με διάφορες ερωτήσεις, όπως «ποια είναι αυτή η μαγική βιβλιοθήκη, τι την κάνει μαγική, πόσο μαγική μπορεί να είναι και ως προς τι, πώς μοιάζει, πού βρίσκεται…». Και αυτόματα σκέφτομαι ότι όλες οι βιβλιοθήκες, μεγάλες-μικρές, και η δική μου ακόμα, είναι μαγικές. Γιατί έχουν την ιστορία τους, κλείνουν χαρές και λύπες, δημιουργούν χώρους με μαγεία που γεύεται ο καθένας στα κρυφά ή στα φανερά, προκαλούν τους αναγνώστες σε όρια πέρα από την πραγματικότητα. Γιατί φτιάχνουν μικρο-ιστορίες στο χτίσιμό τους. Κάθε βιβλίο μια διαδρομή επιλογής, εισαγωγής και ανάγνωσης έως ότου σκαρφαλώσει στο ράφι. Κάθε αντίτυπο γίνεται ξεχωριστό, κάτι σαν την αλεπού του Μικρού Πρίγκιπα, πολλές αλεπούδες που λένε μας ιστορίες γνωστές και άγνωστες, παλιές αφηγημένες με άλλο κέφι κάθε φορά, λησμονημένες, αλλαγμένες, παραλλαγμένες, πύλες πρόσβασης…
Τελικά, τι είναι τα μάγια αν δεν είναι οι υπερβάσεις που κάνουν το αδύνατο πραγματικότητα; Δυνατές επιθυμίες που ανατρέπουν, πίστη σε φαινομενικά ανεφάρμοστες ιδέες, επίμονο σθένος (κόλλημα). Δεν πιάνουν πάντα, ίσως και ποτέ, μάλλον ποτέ, μα βοηθάνε να ζει κανείς μια μαγική περιπέτεια σαν έφηβος, όπως τα ξαδέλφια από την Νορβηγία, την Μπέριτ και τον Νιλς.

Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται «Το βιβλίο των επιστολών» και το δεύτερο λέγεται «Η Βιβλιοθήκη». Δυο εντελώς ξέχωρες γραφές. Η πρώτη επιστολική
η δεύτερη αφηγηματική, και το βιβλίο παίζει με πολλά είδη γραφής εκτός από τα δηλωμένα: θεατρικό, γραφές μέσα στην γραφή, σχολικές εκθέσεις, αποσπάσματα από τον τύπο, σενάριο για βίντεο.
Τα δυο ξαδέλφια στο πρώτο μέρος επικοινωνούν γράφοντας ο ένας στον άλλο. Παρακολουθούν και παρακολουθούνται από την μυστηριώδη βιβλιοθηκάριο με το ρυθμικό μπουμπουνιστό όνομα Μπίμπι Μπόκεν και προσπαθούν να εξηγήσουν τις κινήσεις της που τους φαίνονται από περίεργες έως ύποπτες. Παντού οσμίζονται κινδύνους, απειλές, το μυστήριο να τους κυκλώνει, σαν γνήσιοι ανήσυχοι και ευφάνταστοι έφηβοι. Ως ντετέκτιβ, προσπαθούν να δώσουν ευλογοφανείς –προς το τρομαχτικό– εξηγήσεις σε αυτά που παρατηρούν και στην προσπάθειά τους μαθαίνουν για τον κόσμο των βιβλίων και των βιβλιοθηκών, εκφράζονται μέσα από την ποίηση, ανταλλάσσουν σκέψεις για την φύση των πραγμάτων (είναι το ίδιο πράγμα φαντασία και ψέμα, είναι οι συγγραφείς κατά συρροή ψεύτες, στους αναγνώστες αρέσουν εντέλει τα ψέματα). Γράφει η Μπέριτ «Ξέρουμε πάντα μόνο ό,τι ξέρουμε. Θα ήταν φριχτό ξαφνικά να ξέραμε περισσότερα. Γιατί πώς θα τα ξέραμε;» Και ο Νιλς αισθάνεται ότι όταν γράφει τα πράγματα ξεκαθαρίζουν μέσα του «όταν γράφω σκέφτομαι καλύτερα απ’ ό,τι όταν μιλώ.»
Αναρωτιούνται τι είναι η Μαγική Βιβλιοθήκη: είναι εκδοτική σειρά, εκδόσεις, ένα συγκεκριμένο βιβλίο που έχει εκδοθεί ή πρόκειται να εκδοθεί, το κωδικό όνομα σπείρας βιβλιοκλεφτών, ένας υπόγειος χώρος φύλαξης βιβλίων, ίσως κάτω από τον πάγο ίσως μέσα σε ένα βουνό, ένα θησαυροφυλάκιο-βιβλοθήκη.
Στο δεύτερο μέρος το μυστήριο λύνεται, οι αναζητήσεις προσγειώνονται, η πραγματικότητα κυριαρχεί. Η βιβλιοθήκη υπάρχει, ξεναγούνται σε αυτήν, εξοικειώνονται με τις εικόνες παλαιών βιβλίων, αρχετύπων, την ιστορία του βιβλίου, το χαρτί και τα άλλα υλικά γραφής, την καλλιγραφία, τα τυπογραφικά στοιχεία, τον χρυσοχόο Γουτεμβέργιο και την Βίβλο του, τα προβλήματα στέγασης των εντύπων και των άλλων μορφών αποθήκευσης πληροφοριών όπως οι ταινίες, οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, το στεγαστικό της Εθνικής Βιβλιοθήκης, οι συνθήκες φύλαξης, για να καταλήξουν στον τρόπο προώθησης βιβλίων στο σύγχρονο κόσμο μέσα από ετήσια αφιερώματα.
«…όταν ανοίγω ένα βιβλίο, βλέπω μια ακρούλα του ουρανού… όσα διαβάζω κάνουν τον κόσμο μεγαλύτερο αλλά διευρύνουν και τους δικούς μου ορίζοντες...», ο φανταστικός και μαγικός κόσμος των βιβλίων με τις απέραντες δυνατότητές τους που γεννιούνται κάθε λεπτό σε όλο την γη, συνολικά. Αισιοδοξία.

Γραμμένη η ιστορία της Μαγικής Βιβλιοθήκης από δυο συγγραφείς, από τους οποίους ο ένας είναι ο Γιοστέιν Γκάαρντερ που ξεκίνησε την συγγραφική του καριέρα με ένα μυθιστόρημα που μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες (συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής) και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, τον Κόσμο της Σοφίας. Εκτός από την αγάπη του για τα βιβλία, έχει και αδυναμία στο μυστήριο και την μαγεία, όπως φαίνεται από τους τίτλους άλλων βιβλίων του, παιδικών και μη (Το Μυστήριο της Τράπουλας, Το Μυστήριο των Χριστουγέννων, Μάγια, το θαύμα τη ζωής,…). Και εγώ διαλέγω να πιστεύω στην μαγεία των ανθρώπων έστω και αν… Διαλέγω να μαθαίνω, και διαλέγω να ξεχνάω…

Κυριακή 15 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 35


Γουσταύος Φλωμπέρ, Βιβλιομανία και ένα σχεδίασμα μυθιστορήματος: Η Σπείρα, εισαγωγή-μετάφραση Ε.Χ. Γονατάς, εκδ. β΄, Στιγμή, Αθήνα 2001, 89 σ.

Βιβλιομανής χαρακτηρίζεται είτε ο μανιώδης συλλέκτης βιβλίων είτε ο εξίσου μανιώδης αναγνώστης βιβλίων, ο βιβλιοφάγος, ο βιβλιολάτρης, ή η βιβλιόψειρα. Ο βιβλιόφιλος είναι πιο ισορροπημένος στην έκφραση της αγάπης του προς τα βιβλία. Ενώ βιβλιομανία είναι η με μανία ενασχόληση με πολύτιμα, σπάνια ή ιδιαίτερα βιβλία, μια μονόδρομη τρέλα που κατατρέχει όποιον έχει προσβληθεί από το μικρόβιό της. Βρίσκεται πολλές κλίμακες πάνω από τον συλλέκτη βιβλίων, τον βιβλιοσυλλέκτη που είναι συστηματικός, ενημερωμένος και οργανωμένος αλλά δεν φτάνει σε σημεία ολικής παράκρουσης προκειμένου να ικανοποιήσει τον συλλεκτικό του πόθο. Και ενώ η βιβλιοκλοπή είναι φαινόμενο διόλου ασυνήθιστο, ο φόνος για την απόκτηση βιβλίων παρατηρείται σπανιότερα. Η στήλη ξεκίνησε με ένα τέτοιο βιβλίο που περιλαμβάνει δύο extreme περιπτώσεις φονέων για χάρη βιβλίων (Βιβλία για βιβλία 1: Κλάας Χούιτσινγκ, Ο Βιβλιοφάγος: τελικά κάνει καλό το διάβασμα, μυθιστόρημα, 2003).

Βιβλιαράκι μικρούτσικο από το οποίο και πάλι μόνο ένα μέρος αναφέρεται στην υπερβολική προσήλωση στα βιβλία. Έως την σελίδα 30, ο λόγιος μεταφραστής μας βάζει στην ζωή, το έργο και το πνεύμα του Γ. Φλωμπέρ (1821-1880) και από την σελίδα 76 βρίσκεται το σχεδίασμα ενός μυθιστορήματος, της Σπείρας. Το κεντρικό μέρος πιάνει η Βιβλιομανία (σ.31-75), δείγμα νεανικής γραφής του Φλωμπέρ. Γραμμένο το 1836, από τα πρώτα διηγήματα του δεκαπεντάχρονου Φλωμπέρ, βασίζεται στην πραγματική ιστορία του Ισπανού μοναχού δον Βισέντε, φύλακα μοναστηριακής βιβλιοθήκης στην βορειοανατολική Ισπανία, την Ταρραγκόνα, που διέπραξε οκτώ φόνους την δεκαετία του 1830, οδηγημένος από την εμμονή του για τα βιβλία. Πολλά από τα πραγματικά γνωστά γεγονότα (το επεισόδιο της δημοπρασίας, η πυρκαγιά, κλπ) δίνονται με παραστατικότητα στο διήγημα αλλά ο Φλώμπέρ επεξεργάζεται το πάθος του καλόγερου-παλαιοπώλη και το τέλος της ιστορίας διαφέρει στην λεπτομέρεια.

Ο Βιβλιομανής του Φλωμπέρ είναι πρόσωπο αντιφατικό: ένας πρώην καλόγερος, άνθρωπος της Βίβλου, του κυρίαρχου δηλαδή βιβλίου, ο οποίος όμως μετά βίας κατέχει την τεχνική της ανάγνωσης, γεγονός εντυπωσιακό μα όχι τόσο ασυνήθιστο σε περασμένες εποχές. Η αντίθεση αυτή, εύρημα του συγγραφέα, τονίζει την νοσηρότητα του πάθους. Η περιγραφή της σχέσης του με τα βιβλία έντονη: «… έπαιρνε ένα, το πιο παλιό, το πιο φθαρμένο, το πιο λερωμένο, κοίταζε με αγάπη και αγαλλίαση την περγαμηνή του, οσμιζόταν τη αγία και ιερή σκόνη του· ύστερα τα ρουθούνια του φούσκωναν από χαρά και περηφάνεια, κι ένα χαμόγελο χάραζε στα χείλη του.» Αυτός ο πρώην καλόγερος γίνεται παλαιοβιβλιοπώλης, όπως έγινε και ο δον Βισέντε. Τον ονομάζει Τζιάκομο, αν και 30 ετών πρόωρα γερασμένος, σιωπηλός και ακοινώνητος, ζει στην Βαρκελώνη περιτριγυρισμένος από βιβλία που αποχωρίζεται με δυσκολία. Αγοράζει περισσότερα από όσα πουλά. Αφοσιωμένος όχι στο περιεχόμενό τους, το μυστικό της γνώσης και την αξία των αισθημάτων, «… αυτό που αγαπούσε… ήταν η μορφή και η έκφρασή της· αγαπούσε ένα βιβλίο, επειδή ήταν βιβλίο, αγαπούσε τη μυρωδιά του, το σχήμα του, τον τίτλο του…», την αντικειμενική του υπόσταση.

Ο βιβλιομανής Τζιάκομο του Φλωμπέρ είναι αθώος, θύμα συγκυριών: ο εφημέριος πεθαίνει από πυρετό, η φωτιά ξεσπά ανεξάρτητα ενώ ο δον Βισέντε ήταν ο ένοχος που ομολόγησε μόνο όταν διασφάλισε ότι η βιβλιοθήκη του θα προστατευόταν ανεξάρτητα από την ποινή που θα του επιβαλλόταν –ο Τζιάκομο δηλώνει ότι επιθυμεί η βιβλιοθήκη του να δοθεί «στον άνθρωπο που είχε τα περισσότερα βιβλία στην Ισπανία». Στο δικαστήριο που τον καταδίκασε σε θάνατο ο δον Βισέντε είπε ότι δεν ήταν κλέφτης –χρήματα ποτέ δεν πήρε– και στην ερώτηση αν είχε μετανιώσει για τις δολοφονίες που είχε διαπράξει, απάντησε «Όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν κάποτε, αλλά τα καλά βιβλία πρέπει να διατηρηθούν». Ο δικηγόρος υπεράσπισης του δον Βισέντε χρησιμοποίησε το επιχείρημα ότι η επίμαχη πρώτη έκδοση δεν ήταν μοναδική αφού σωζόταν και ένα αντίτυπο στην Γαλλία, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να συντριβεί, και μέχρι την ημέρα της εκτέλεσής του να μονολογεί «Το αντίτυπό μου δεν ήταν μοναδικό». Ο δικηγόρος του Τζιάκομο προσκόμισε στο δικαστήριο ένα δεύτερο αντίτυπο, ο Τζιάκομο αφού το ψηλαφίζει, το πετάει «Είπατε ψέματα, κύριε συνήγορε! Καλά σας έλεγα πως ήταν το μοναδικό στην Ισπανία!». Η αγωνία του μοναδικού, του σπάνιου, του συλλέκτη.

Και στα πάθη που έχουν γεννήσει, εξακολουθούν να προκαλούν τα βιβλία και τις συζητήσεις για το μέλλον τους και την μορφή διάδοσης του γραπτού λόγου πού ακριβώς τοποθετούμαστε εμείς, πόσο τα υπηρετούμε, με ποιο τελικό σκοπό…

Κυριακή 8 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 34


Πατρίτσια Καρράνο, Το Ρόδο της Βενετίας: η συγκλονιστική ιστορία της γυναίκας που πρώτη πήρε πτυχίο, μετάφραση Ζ. Ζαρωμένου, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001, 286 σ.
σειρά: σταθμός στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Όταν έπιασα να διαβάσω το Ρόδο της Βενετίας (με προτροπή του λαγωνικού για μια φορά ακόμα), το έκανα για διάλειμμα από την στοχευμένη βιβλιοανάγνωση του τελευταίου καιρού. Να αλλάξω λίγο θέμα, να ξεφύγω από τα βιβλιοβιβλία, έτσι για χαλάρωση. Μέγα λάθος και πλάνη γιατί και πάλι μέσα στα κόσμο του γραμμένου χαρτιού έπεσα. Πάλι σαν μαγνητισμένα τα αναγνωστικά μου βήματα σε ίδιο μονοπάτι με έριξαν. Άραγε τυχαία ή η ματιά μου έχει πορωθεί και αναγνωρίζει συγκεκριμένα πρίσματα;
Μια μυθιστορηματική βιογραφία που δεν είναι ξεκάθαρα για βιβλία αλλά είναι παντελώς μέσα στο κλίμα των βιβλίων, της κατάκτησης της γνώσης, της μάθησης. Αναδιπλώνεται η ζωή της Βενετσιάνας Έλενας Λουκρητίας Κορνάρο Πισκόπια που έζησε τον 17ο αιώνα, αφιέρωσε την ζωή της στην μελέτη για να είναι η πρώτη γυναίκα να κατακτήσει πτυχίο –φιλοσοφίας– από το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Αποτυπώνεται η εποχή, οι κοινωνικοί κανόνες της –περιοριστικοί κατά κανόνα για τα μέλη της–, ένας κόσμος σε αναβρασμό, πολέμους, μετακινήσεις, αναζητήσεις, αλλαγές.
Δυο στοιχεία ξεχωρίζω για να τραβήξω αυτό το βιβλίο και να το εντάξω στην στήλη. Το πρώτο έχει να κάνει με την ιστορία και την σημασία των ιδιωτικών βιβλιοθηκών. Αποστολή του πολυμαθή Άραβα Ομαρ ιμπν Αλ Φαρίντ, απεσταλμένο του Ισπανού Ολιβάρες είναι να επισκεφθεί ιδιωτικές βιβλιοθήκες και να καταγράψει το περιεχόμενό τους. Έτσι επισκέπτεται την Κόρντοβα με σκοπό να εντοπίσει τι απέγιναν οι 70 βιβλιοθήκες που υπήρχαν περί το 900 επί αραβικής κυριαρχίας, επισκέφθηκε την Βενετία να δει από κοντά την τριών γενεών βιβλιοθήκη των Κορνάρο Πισκόπια, και θα συνέχιζε τις επισκέψεις του στην Ρώμη. Στην Βενετία θαύμασε την δημόσια βιβλιοθήκη της Γαληνοτάτης, την Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, που σύμφωνα με διάταγμα του 1603 υποχρέωνε του τυπογράφους να παραδίδουν την πρώτη έκδοση κάθε βιβλίου που τύπωναν βιβλιοδετημένο σε περγαμηνή, αγόραζε βιβλία εκτός των συνόρων της επικράτειάς της και έμενε ανοιχτή στο κοινό τρεις μέρες την εβδομάδα. Οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες που περιλάμβαναν εκτός από χειρόγραφα και έντυπες εκδόσεις, στήριξαν αποφασιστικά την τυπογραφία. Τους τρόπους λειτουργίας της Μαρκιανής και της διακίνησης βιβλών στις ιδιωτικές, αφήνω ασχολίαστους όσον αφορά το έλλειμμα παράδοσής μας στον τομέα που ήρθε αργοπορήμένα και ακόμα προσπαθεί να φτάσει και να εδραιωθεί ουσιαστικά.
Το άλλο στοιχείο έχει να κάνει με τις αναφορές που γίνονται για την θεματική ταξινόμηση βιβλίων που ανήκουν σε συγκροτημένες συλλογές και τα ερωτήματα που γεννιούνται από την ανάγκη κατηγοριοποίησης της γνώσης και κατ’ επέκταση των επιστημών. Η τάξη αυτή αποτελεί την βάση του οικοδομήματος των ανθρώπινων πνευματικών κατακτήσεων. Ο Ομαρ ιμπν Αλ Φαρίντ διατυπώνει την άποψη ότι είναι απαραίτητο να κατανοηθεί ο τρόπος κατάταξης της γνώσης του παρελθόντος προκειμένου να ταξινομηθεί η σύγχρονη και μελλοντική γνώση (σ. 145). Αναφέρει ότι δεν γνωρίζουμε τον τρόπο κατάταξης στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (αν και χοντρικά το ξέρουμε: τα ιστορικά-πίνακες, τα παπύρινα και τα ξένα) και επισημαίνει ότι «ένα βιβλίο που δεν βρίσκεται δίπλα στα όμοιά του σε σχέση με την εποχή, τη γλώσσα και τη φιλοσοφία του, είναι μοναχικό και έρημο, όπως ένας άνθρωπος μακριά από την οικογένειά του ή την πατρίδα του…», και αναρωτιέται «Με ποιο λοιπόν σύστημα είναι δυνατόν να τις [οικογένειες της γνώσης] κατατάξει κανείς, ποιο κριτήριο είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσει ώστε το ένα βιβλίο να μπορεί να διαδεχθεί το άλλο στη σκέψη του μελετητή.» Το ερώτημα της ταξινόμησης και παρουσίασης της γνώσης είναι καίριο. Είναι άμεση αντανάκλαση των τρόπων της κάθε εποχής, αυτών που κουβαλά, φέρνει σταδιακά ή ανατρέπει, όπως έγινε με τους Εγκυκλοπαιδιστές για παράδειγμα (βλ. Βιβλία για βιβλία 22). Ακόμα και αν σήμερα οι φυλές των βιβλίων μπορεί να μην στέκονται στα ράφια μαζί, και ενώνονται με τους αλγορίθμους των ηλεκτρονικών καταλόγων.
Η Έλενα Λουκρητία η Σχολαστική αναγνωρίστηκε, όντας μέλος του Πανεπιστημίου έκρινε άλλους για τις γνώσεις τους, και θαυμάστηκε από τους σύγχρονούς της, η φήμη της έφθασε έως την Γαλλία, στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Μαζί με άλλες λιγοστές γυναίκες διεκδίκησαν κομμάτια έως τότε κλειστά και απαγορευμένα, μόνες ή με την συμπαράσταση της οικογένειάς του, πάντως όχι χωρίς κόστος.

Κυριακή 1 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 33


Charle M. Schultz, Αγαπητέ μου εκδότη…: οδηγός επιβίωσης για επίδοξους συγγραφείς, Ερευνητές, 2008, 94 σ.

Ολόφρεσκο ψαρεμένο από την Έκθεση του Βιβλίου στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, το πρώτο κόμικς της στήλης Βιβλία για βιβλία. Δεν απευθύνεται ούτε σε μικρούς ούτε σε μεγάλους μα είναι φτιαγμένο για όλους, κυρίως για όσους θέλουν να χαμογελάσουν με την διαδικασία της γραφής και της δημοσίευσης, να την πάρουν χαλαρά και ανάλαφρα (ίσως πάλι που το σκέφτομαι όχι και τόσο χαλαρά αλλά κριτικά και αυτοκριτικά). Από όλες τις πλευρές: του καθένα –του διάσημου για εμάς σκύλου εδώ- που θέλει να διακριθεί στα λόγια αν και δεν το φτάνει, του περιβάλλοντός του που σχολιάζει αλύπητα βγάζοντας τα δικά του απωθημένα, των εκδοτών με την αδιαφορία και σκληρότητά τους.
Η αγωνία της γραφής είναι τέτοια και τόση που δεν θα μπορούσε να μην αρπάξει και τον πιστό αγαπημένο σκύλο του Τσάρλι Μπράουν, τον Σνούπι.
Καθισμένος στην σκεπή του σκυλόσπιτου, μέρα και νύχτα, μπροστά σε μια γραφομηχανή πασχίζει να γράψει. Να γράψει κάτι που θα δημοσιευτεί και θα τον κάνει διάσημο. Γράφει και απορρίπτει, τσαλακώνει και πετάει σελίδες ατέλειωτες.
Η επαναλαμβανόμενη αρχική πρόταση «Ήταν μια σκοτεινή και θυελλώδης νύχτα», είναι γιατί πρέπει εξάπαντος να αρχίσει με ένα δράμα. Και όταν του επισημαίνεται, αλλάζει την νύχτα με το θυελλώδες απόγευμα. Οι ιστορίες του σκυλοκεντρικές, κολλημένα αντιγατίσιες, ιστορίες αγάπης ή καλύτερα υπερπροσγειωμένων σχέσεων κλισέ και μοναξιάς. Φιλόδοξος, αρχικά, ξεκινά να συνθέσει ένα μυθιστόρημα, περνάει στην νουβέλα, την βιογραφία, και τελικά, θα ήταν πολύ ευχαριστημένος έστω και με ένα άρθρο.
Οι καιρικές συνθήκες έξω στην σκεπή που κάθεται επίμονα σε όλο το βιβλίο, συνοδεύουν τις περιγραφές του και σατανικά συμπίπτουν με τα γραφόμενά του. Προκαλεί την τύχη και τον καιρό με τα λόγια του.
Οι παρεμβάσεις του Τσάρλι και όλης της παρέας του Τσάρλι, και κυρίως της δύστροπης Λούσι που του τσιτώνει το νευρικό σύστημα με τα σχόλιά της και της εκσφενδονίζει πισώπλατα την γραφομηχανή χωρίς να ανακόπτει επουδενί την επικριτική της διάθεση, μιας και εκείνη επανέρχεται ακάθεκτη, καθόλου δεν τον βοηθούν.
Τα απανωτά απορριπτικά και συνήθως προσβλητικά γράμματα των εκδοτών αρχειοθετούνται. Καρφώνονται στα ξερά κλαδιά ενός δέντρου, ένα φύλλωμα που όλο παίρνει να πυκνώνει ή γίνονται κουβέρτα να τυλιχτεί. Ο θυμός και η απογοήτευση για την τυποποιημένη άρνηση των εκδοτών είναι μόνιμη και δεδομένη. Μια μικρούτσικη ελπίδα γεννιέται με το δοκιμαστικό τύπωμα ενός αντιτύπου και το γκρέμισμα αυτής της ελπίδας, καθώς το ένα αντίτυπο μένει στα αζήτητα και αποσύρεται.
Όπως συμβαίνει γενικά με αυτή την χιουμοριστική σειρά κόμικς, αποθεώνεται η έλλειψη πρωτοτυπίας και η προβλέψιμη κοινοτυπία. Οι τελικές φράσεις που κλείνουν τα επεισόδια αποστομωτικές, οι πλοκές ασύνδετες, οι ανταλλαγές των ηρώων του Σνούπι που μιλάνε για αγάπη αδιέξοδες, ο καθένας αλλού, τα θέλω τους μια ειρωνεία και για τα ανθρώπινα μεγαλίστικα δικά μας, μια ειρωνική ισοπέδωση απέναντι στον ρομαντισμό.
Ο Σνούπι γράφει: 1. «Η ελαφριά ομίχλη γύρισε σε βροχή.», 2. «Η βροχή γύρισε σε χιόνι.», και 3. «Το χιόνι γύρισε σε βαρεμάρα.»
Τελική κατάληξη: το γράψιμο για τον Σνούπι συγκαταλέγεται στα «Δέκα ανόητα πράγματα που κάνουν τα σκυλιά για να δυσκολέψουν τη ζωή τους!». Τελευταία απόπειρα τίτλου και εκεί κλείνει, με παραίτηση από την κατάκτηση της δημοσιότητας μέσα από την συγγραφή.
Μια αλλιώτικη εκδοχή για τον τρόπο γραφής και έκδοσης…
Και ναι, μου έφερε συνειρμούς και με έκανε να χαμογελάσω.

Κυριακή 25 Μαΐου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 32


Μπότο Στράους, Θεωρία της απειλής, μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης, Ίνδικτος, Αθήναι 2001, 85 σ.

Φροντισμένη πολυτονική έκδοση που την αγόρασα προς δύο ευρώ, αυτή την χρονιά στο παζάρι του βιβλίου στην πλατεία Καλυθμώνος μετά από υπόδειξη –ποιου άλλου– του λαγωνικού, ως βιβλίο σχετικό με την αναζήτηση της γραφής από πληροφορίες του ευρύτερου δικού του δικτύου.
Το μικρό βιβλίο φοράει μια κουβερτούρα, έντονη και διαπεραστική, με κόκκινο χρώμα στο βάθος του και διάχυτο και στα κάθετα μάτια της Αυτοπροσωπογραφίας του K. Malevitch. Πολύ ταιριαστό με το κείμενο του σύγχρονου πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Μπότο Στράους. Το κόκκινο μου έκανε σαν την ματωμένη βλεννογόνο των ανθρώπινων εσωτερικών μας, βιότοπο τόσων μικροοργανισμών που ούτε διανοούμαστε αν και ρυθμίζουν τα μέσα μας. Πληγωμένο από την ζωή και τις σκέψεις.

Βιβλίο σκοτεινό και δαιδαλώδες, αναζήτησης και αγωνίας με εσωτερικές καταδύσεις σε βασανιστικά έγκατα, ασφυκτικές χωρίς ανάσα που μου έριχνε τσιμπιές όσο το διάβαζα. Μικρές τσιμπιές δεξιά αριστερά. Γραφή αυτόματη και συνάμα, εξεζητημένη λόγια έκφραση στα υπαρξιακά της πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Ιχνηλασία εξωτερίκευσης του εαυτού, χάσιμο και πλάσιμο.
Έθετε ερωτήματα που απαντούσε και απαντά χώρια ο κάθε αναγνώστης. Κατανοούμε μόνο όσα μπορούμε και να αντέξουμε; Να αντέξουμε; Τι μπορούμε; Άραγε υπάρχει άκρα τελειότητα και ταυτότητα στην ιδιωτική μας έκφραση; Γίνεται να υπάρξει αφού η γλώσσα που μιλάμε είναι κοινή για όλους και λέξεις ιδιωτικές, μοναδικές δεν υπάρχουν και αν υπήρχαν, πάλι θα ήταν ανώφελες, καθώς δεν θα κοινωνούσαν μήνυμα.

Όμοια όπως στα όνειρά μου ο αφηγητής μιλάει για «το λευκό χαρτί και [την] επικρεμάμενη μετέωρη μάζα κάθε τι άγραφου, στην οποία διατηρείται κρυμμένος ο ίδιος ο συγγραφέας.» Απειλητική στην πίεση που ασκεί η ύπαρξη και ο όγκος της, η δύναμη της δυνατότητας της γραφής, της δημιουργίας γενικά. Μια απόφαση, μια στιγμή χωρίζει τον συγγραφέα από την ανυπαρξία της διατύπωσης και την υλοποίησή της. Και όταν ξεπροβάλει και πάρει συγκεκριμένο σχήμα -λεκτική σάρκα- δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τον ίδιο τον συγγραφέα. Μια πράξη, ένα έργο που ισούται με τον ίδιο. «Ό,τι γράφω επίσης, γράφει για μένα… Ό,τι γράφω, γνωρίζει ποιος είμαι… και ο καθένας μπορεί να διαβάσει στα γραπτά μου για μένα… Σε κάθε λέξη, σε κάθε ολοκληρωμένη πρόταση απαντά κάτι για μένα, κι εγώ δεν λέω να το αναγνωρίσω» (σ. 48). Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλάει για τον ίδιο του τον εαυτό. Προδίδεται. Θέλει, νομίζω, να μιλήσει και να κρυφτεί ταυτόχρονα. Από εκείνον και από τους άλλους.

Και εκεί που η ανάγνωση είναι θεραπεία και πηγή για τον αφηγητή, για την Σ. είναι πράξη επίπεδη, εύκολη και ή ίδια είναι συνεχώς εύστοχη στην σύλληψη των πραγμάτων και τις κρίσεις της προς μεγάλη του απορία και εκνευρισμό. Πηγαίνει στην βιβλιοθήκη ενός πανεπιστημίου, κάθεται ώρες ατέλειωτες, διαβάζει επιτόπου, δανείζεται και συνεχίζει στο σπίτι, αντιγράφει με το χέρι αποσπάσματα και αρχίζει να γράφει. Γράφει, νομίζοντας ότι έχει βρει το στίγμα του, ότι έχει ωριμάσει ο καρπός της ατομικής του έκφανσης τόσο ώστε να διασχίζει το χρόνο και να διαπερνά τις επιφάνειες. Όμως ξανά όχι. Δεν έχει κάνει άλλο παρά να συγκολλά παραθέματα από την επιλεγμένη χειρόγραφη συλλογή του. Απελπισία τον πιάνει «εγώ, το μηδενικό, ο ενδιάμεσος σταθμός άπασας της λογοτεχνίας» (σ. 58). Αποφασίζει να ζήσει έξω από τα κείμενα, μαζί με την μυστηριώδη και άγνωστη Λεία, επιλέγει να την αγαπήσει γιατί θεωρεί ότι αυτή του η αγάπη θα τον οδηγήσει στην συγγραφή ενός αληθινού βιβλίου. Ταξιδεύουν μαζί, η Λεία κάπου εξανεμίζεται και τελικά χάνεται, και ο ίδιος μεταπηδά στην προσωπικότητά της, παίρνει και την όψη της, ως Λεία τον αναγνωρίζουν και τον χαιρετούν, ή μήπως την είχε από την αρχή;

Κλείνω με έναν από τους στίχους, την «Φωνή» με αριθμό 916, του Αντόνιο Πόρτσια: «Σηκώνεις έξω αυτό που βυθίζεις μέσα.»

Λίγο βαριά η παρουσίαση 32 και το ταξίδι της εσωστρεφές μα ήταν το βιβλίο τέτοιο…

Κυριακή 18 Μαΐου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 31


Ραιμόν Ζαν, Η αναγνώστρια, μετάφραση από τα γαλλικά Δέσποινα Σαραφείδου, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1995, 145 σ.

Η στήλη κι αν ξεκίνησε από παρουσιάσεις λογοτεχνικών βιβλίων για βιβλία σε αυτά ξαναγυρνά. Το ξετύλιγμα διαφόρων επιμέρους βιβλιοκατηγοριών έφερε μια ποικιλία, έβαλε θέματα και σκέψεις, μερικές από αυτές κουβεντιάστηκαν και τώρα καταπιάνεται και πάλι με την λογοτεχνία. Ένα σύγχρονο γαλλικό μυθιστόρημα του 1986 που κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 1995, Η αναγνώστρια.
Πολλά είναι τα επαγγέλματα που συνδέονται άρρηκτα με το βιβλίο, την δημιουργία από το σημείο μηδέν και την διακίνησή του (θα τα αφήσω για μια άλλη φορά ίσως, πιο αναλυτικά). Όμως, η δουλειά της «αναγνώστριας» δεν είναι μια δουλειά καθιερωμένη και αναγνωρισμένη. Είναι ένα εύρημα του συγγραφέα για να χτίσει χαλαρά ένα μάλλον σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Σήμερα θεωρείται αυτονόητο ότι η ανάγνωση είναι διαδικασία κατά βάση μοναχική, ατομική, με μια εσωτερική άρθρωση να ξεχωρίζει τα φωνητικά σύμβολα και να αποκωδικοποιεί το περιεχόμενο. Για πολλά περισσότερα περί ανάγνωσης και της ιστορίας της υπάρχει βέβαια το χορταστικό βιβλίο του Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης (Λιβάνης, Αθήνα 1997).

Στις Λέσχες Ανάγνωσης που ποικίλλουν ανάλογα με τα θέματα ενδιαφέροντος και λειτουργούν για μικρούς και για μεγάλους, –διαδεδομένες στον σαξονικό κόσμο και την Γαλλία– δεν διαβάζονται βιβλία μεγαλόφωνα. Ο καθένας και η καθεμιά έρχονται «διαβασμένοι», έχουν διαβάσει μόνοι τους, χώρια, σε ιδιωτικό χρόνο και χώρο, το συμφωνημένο βιβλίο και συνβρίσκονται για να το συζητήσουν. Λέσχες Ανάγνωσης καλλιεργούν πολλές βιβλιοθήκες και το ΕΚΕΒΙ στην Ελλάδα. Αγαπημένη μου αυτή της Λειβαδιάς.

Η Μαρί-Κονστάνς Ζ. πλάθει το επάγγελμα της αναγνώστριας μετά από προτροπή της φίλης της Φρανσουάζ. Παρόλο που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές της, διατηρεί στενή σχέση με τον καθηγητή της Ρολάν Σορά, με τον οποίο συζητά την επαγγελματική της απασχόληση και εκείνος την καθοδηγεί ως προς τις ανάγκες και τα γούστα των «πελατών» της. Βάζει αγγελία στην εφημερίδα σύμφωνα με την οποία προσφέρει κατ’ οίκον ανάγνωση και σύντομα αρχίζει να δέχεται γράμματα ενδιαφέροντος. Μας διηγείται την αναγνωστική της περιπέτεια σε πρώτο πρόσωπο. Σκέψεις, γεγονότα, πράξεις δικές της και των άλλων, αποσιωπητικά, πλάγια γράμματα τονισμένα, μετέωρες ή σύντομες προτάσεις. Για να είναι πιο πειστική επαγγελματίας παραγγέλνει γυαλιά με σκέτο τζάμι αν και δεν τα χρειάζεται. Της δίνουν το κατάλληλο ύφος.
Μια μητέρα αναζητά κάποιον να διαβάζει στον ανάπηρο έφηβο γιο της Έρικ, η μαρξίστρια Ουγγαρέζα κόμισσα και Στρατηγίνα Ντυμενίλ, ένας Διευθυντής μιας μεγάλης επιχείρησης που επιθυμεί να εκλεπτύνει τους τρόπους τους και να ενημερώνεται για το τι διαβάζεται, ο Μισέλ Ντωτράν, η πολυάσχολη μητέρα της μικρής Κλορίντ και τέλος, ένας συνταξιούχος δικαστής που πιστεύει ότι τα βιβλία είναι ο τελευταίος δεσμός των ανθρώπων με τον κόσμο όταν δεν μπορούν να παρίστανται ολοκληρωτικά σε αυτόν. Αυτοί είναι οι ακροατές της φωνής και των κειμένων της που της δημιουργούν νέες εμπειρίες.
Το ιδιότυπο επάγγελμά της την εμπλέκει σε καταστάσεις που δείχνουν να ενδιαφέρουν την αστυνομία της μικρής πόλης. Υπάρχουν υπόνοιες ότι διαταράσσει την δημόσια τάξη. Υπερβολές και παρεξηγήσεις, δυσπιστία και απορία για τις διαθέσεις της.
Ο καθηγητής Σορά τελικά δεν συμφωνεί με την δραστηριότητά της. Έχει την δική του άποψη για την ανάγνωση: είναι εγκληματική πράξη λέει «να διαβάζεις φωναχτά αυτό που είναι πλασμένο για τη σιωπή… προτιμάει… να βλέπει τα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης του παρά ελεύθερα. Πέρασε τόσον καιρό προσπαθώντας να τα εξημερώσει!» Μπορεί και να ζηλεύει. Μπορεί και τα βιβλία στις μέρες μας να είναι πράγματι γραμμένα σιωπηλά, προορισμένα να διαβάζονται με τους ήχους του κεφαλιού.
Η Αναγνώστρια εξασκείται, αναζητά τα κατάλληλα κείμενα για τους ακροατές της και καταλήγει ότι εντέλει, δεν είναι εκείνη που επιλέγει τα κείμενα, αντίστροφα είναι τα κείμενα που την επιλέγουν. Στις δόξες της η γαλλική λογοτεχνία. Συγγραφείς και τίτλοι γνωστοί και άγνωστοι, διάφορα ενταγμένα παραθέματα διανθίζουν την αφήγηση και μαζί εξελίσσουν τις προσωπικότητες του μυθιστορήματος και την πλοκή.
Ο τελευταίος ακροατής της, ο δικαστικός με την επιλογή του μαρκησίου Σαντ και μια πρόταση ομαδικής ανάγνωσης με τον αστυνόμο που την πιέζει, ωθεί την Αναγνώστρια σε αποχώρηση και σε ένα αβέβαιο μέλλον για την ίδια και το επάγγελμά της.