Πέρασε καιρός, ένας μήνας παρά δύο μέρες από την τελευταία ανάρτηση, όμως αυτή εδώ είναι η τελευταία. Έντεκα μήνες, 50 Βιβλία για βιβλία που μιλάνε στην πραγματικότητα για περισσότερα από 50 βιβλιοβιβλία. Αν υπήρχε κάποιο στοίχημα, δεν μπορώ να απαντήσω αν κερδήθηκε ή όχι. Και αν και ξεκίνησε με φανερή προσηλωμένη αγάπη για τους χώρους του βιβλίου, είχε και άλλα από πίσω της (όπως συνήθως βέβαια).
Όταν ήμουν μικρή, πρώτες τάξεις του δημοτικού, δεν θυμάμαι ποιος, μου είχε χαρίσει ένα βιβλίο αγγλικό που είχε ένα κάτι για κάθε μέρα του χρόνου. Με άλλα λόγια περιλάμβανε 364 κειμενάκια. Αυτά ποίκιλλαν σε είδος και σε μέγεθος. Μπορεί να ήταν ένα αίνιγμα, ένα γνωμικό, ένα τραγουδάκι, ένα παιχνίδι, μια στροφή, μια σύντομη διήγηση, ένα παραμύθι, ένας μύθος… Μερικά ήταν του παραλόγου (εκεί που η αγελάδα χωρίς φανερή αιτία –δεν την κυνηγούσε ή ανάγκαζε κανείς, δεν έψαχνε κάτι– πηδούσε πάνω από το φεγγάρι), άλλα ανατρεπτικά (εκεί που το πιάτο ερωτευόταν και κλεβόταν με το κουτάλι και όχι ένα άλλο κουτάλι, ή τέλος πάντων το διπλανό πιρούνι ή μαχαίρι), άλλα αστεία, διδακτικά, εντελώς βουκολικά, παλιά, της παράδοσης, διάφορα. Φυσικά όλοι συνομιλούσαν με άνεση αναμεταξύ τους: άνθρωποι, ζώα, φυτά, πράγματα, ιδέες. Είχαν και εικονογράφηση που βοηθούσε στην απογείωση του κειμένου. Σε κάθε μέρα αντιστοιχούσε μία προσμονή για το τι έκρυβαν τα λόγια και για την στιγμή ανάγνωσης και μετάφρασης. Ήταν ένα σημείο αναφοράς ακόμα και μετά το διάβασμα όλου του περιεχομένου. Πάνω του έρχονταν και κάθονταν κάθε φορά και άλλα, συσσώρευε, άλλαζε, μεταμορφωνόταν. Μια ιδέα, μια σκέψη που κλωθογύριζε ολημερίς, ένα παιχνίδισμα του νου ανάμεσα στα πρέπει του σπιτιού και του σχολείου, σε αυτά που αναμένονταν και άρμοζαν, ένα πέταγμα προς τα αλλού που γεννιόταν από τη δομή και τα τυπωμένα ενός βιβλίου.
Τα Βιβλία για βιβλία ταξίδεψαν εμένα ξανά και ξανά σε διαβάσματα, επαναδιαβάσματα, νέες αναγνώσεις, ελπίζω στ’ αλήθεια και όσους τα διάβασαν. Έδωσαν το στίγμα τους στην εβδομαδιαία καθημερινότητα αυτή τη φορά πέρα από το σπίτι, το γραφείο και τα άλλα βάσανα, είχαν το ρόλο του σταθερού (Κυριακή) και κινητού (διαφορετικό τίτλου και περιεχομένου) συνάμα. Τελείωσαν τα βιβλία για βιβλία; Σίγουρα όχι, υπάρχουν πολλά βιβλία για βιβλία με τον ένα ή τον άλλον τρόπο. Μόνο που πάω για Βολτίτσες.
Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2008
Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 50

Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Ο Βιβλιοπόντικας, εικονογράφηση Κιάρα Φεντέλε, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004, 24 σ.
σειρά: χωρίς σωσίβιο-Καβουράκια 1 (για παιδιά Α΄ και Β΄ Δημοτικού)
Συχνά το διάβασμα συνδέεται με το ροκάνισμα και το φαγητό, σαν μια τροφή που χορταίνει με άλλο τρόπο, που ένας τρόπος για να την καταναλώσεις είναι να την ροκανίσεις. Τα ποντίκια που ροκανίζουν καρπούς και χαρτί συχνά συνταιριάζονται με την ανάγνωση. Έχουν και ένα ακόμα χαρακτηριστικό, ζουν σε ήσυχα και απόμακρα, φορές υγρά και σκονισμένα, σημεία, εκεί που ακουμπούν οι άνθρωποι τα βιβλία.
Ένα επιπλέον σήμα κατατεθέν του βιβλιοφάγου είναι τα γυαλιά. Από τον 14ο αιώνα και μετά, στου ζωγραφικούς πίνακες προστέθηκαν γυαλιά όταν επιθυμούσαν να δηλώσουν ότι το πρόσωπο ήταν σοφό και εργατικό, λέει ο Alberto Manguel στην Ιστορία της Ανάγνωσης (εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1997, σ. 459). Γυαλιά φορούν οι λόγιοι, οι διανοούμενοι, οι βιβλιοθηκάριοι, οι γιατροί και η ζήτησή τους αυξάνεται κατακόρυφα αμέσως μετά από την εφεύρεση της τυπογραφίας.
Τα βιβλία εξαφανίζονται από την τάξη, και ένα που βρίσκεται είναι δαγκωμένο. Η δασκάλα αποφαίνεται ότι πρόκειται για ποντικοδαγκωνιά και αποφασίζει να πάρει τα μέτρα της: φάκες και γάτες τρομερές. Χωρίς αποτέλεσμα όμως. Τα παιδιά ανακαλύπτουν τον ήρωά μας να τρώει βιβλία και να διδάσκει τις γάτες. Ο Βιβλιοπόντικας γίνεται ο βοηθός της δασκάλας και η τάξη έχει παιδιά και γάτες που μαθαίνουν να «ροκανίζουν» βιβλία.
Η ιστορία του Βιβλιοπόντικα δεν περιορίζεται σε μία περιπέτεια. Τον γνωρίζουμε καλύτερα στις επόμενες τρεις. Γνωρίζοντας την Τίτα Γραβιέρα που ήταν βιβλιοθηκονόμος κάνει την υπέρβασή του, ψάχνει για δουλειά στον χώρο των βιβλίων και σταματά να τρώει βιβλία, για χάρη της, για να είναι μαζί (Όταν ο Βιβλιοπόντικας συνάντησε την Τίτα Γραβιέρα, 2004 και 2007, 32 σ.) Στην συνέχεια αποκτούν τον Χαρτοπόντικα και τον γκρινιάρη και τον ξάγρυπνο Μίμη Κασεράκη. Μυστήρια αρχίζουν να συμβαίνουν στην Βιβλιοθήκη και στο σπίτι (Μυστήριο στην Βιβλιοποντικοθήκη, 2006, 32 σ. και παιχνίδια). Η Τίτα παρατηρεί, ψάχνει και ανακαλύπτει ότι ο Βιβλιοπόντικας τα βράδια που δεν κοιμάται το μωρό, παίρνει τον Χαρτοπόντικα και όλα τα μεγάλα αδέλφια με το ίδιο θέμα και τους διαβάζει παρέα με τα «παραπονεμένα» βιβλία, εκείνα που έχουν καιρό να βγουν από τα ράφια, να τα δανειστούν. Η Τίτα, τότε, έχει την ιδέα να μένει η Βιβλιοποντικοθήκη, όλη μέρα ανοιχτή για όλους και αλλάζει το ωράριο. Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι του Βιβλιοπόντικα (2007 και παιχνίδια), μπισκότα, φυσικά, γίνεται μέσα στην Βιβλιοποντικοθήκη, παρέα με τα παιδιά, και πάντοτε ο Βιβλιοπόντικας ξεχνιέται λιγουλάκι και κάτι μασουλίζει από βιβλία, με προτίμηση τα αστυνομικά ακόμα και του φέρνουν βαρυστομαχιά.
Και όσο εμείς γνωρίζουμε μέσα από τις παλιές και νέες σχέσεις και από καταστάσεις τον Βιβλιοπόντικα τόσο το επίπεδο της ανάγνωσης, δυσκολεύει είναι η λέξη που μου έρχεται αλλά δεν θέλω να την χρησιμοποιήσω, γιατί βγάζει κάτι αρνητικό, γιατί δεν δυσκολεύει γίνεται πιο σύνθετο, πιο πλούσιο σε λόγια και σε δράση, και αυτό δεν φέρνει δυσκολία αλλά ενδιαφέρον. Το επίπεδο ταξιδεύει σε περισσότερες, μακρύτερες φράσεις. Εκεί που γνωρίζει την Τίτα Γραβιέρα βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο (Ψαράκια), και οι άλλες δύο (Δελφινάκια). Η σειρά «χωρίς σωσίβιο» ακολουθεί μία θαλάσσια εικονοδιαδρομή: από τα καβουράκια του γιαλού, μέσα έξω στο νερό, στην άμμο και τα βραχάκια, περνάει στα μικρά ψαράκια που κολυμπάνε στα ρηχά, έως ότου φτάσουν τα δελφινάκια της ανοιχτής θάλασσας.
Πρωτοπαιδικά Βιβλία για βιβλία με όλη την σημασία της στήλης.
σειρά: χωρίς σωσίβιο-Καβουράκια 1 (για παιδιά Α΄ και Β΄ Δημοτικού)
Συχνά το διάβασμα συνδέεται με το ροκάνισμα και το φαγητό, σαν μια τροφή που χορταίνει με άλλο τρόπο, που ένας τρόπος για να την καταναλώσεις είναι να την ροκανίσεις. Τα ποντίκια που ροκανίζουν καρπούς και χαρτί συχνά συνταιριάζονται με την ανάγνωση. Έχουν και ένα ακόμα χαρακτηριστικό, ζουν σε ήσυχα και απόμακρα, φορές υγρά και σκονισμένα, σημεία, εκεί που ακουμπούν οι άνθρωποι τα βιβλία.
Ένα επιπλέον σήμα κατατεθέν του βιβλιοφάγου είναι τα γυαλιά. Από τον 14ο αιώνα και μετά, στου ζωγραφικούς πίνακες προστέθηκαν γυαλιά όταν επιθυμούσαν να δηλώσουν ότι το πρόσωπο ήταν σοφό και εργατικό, λέει ο Alberto Manguel στην Ιστορία της Ανάγνωσης (εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1997, σ. 459). Γυαλιά φορούν οι λόγιοι, οι διανοούμενοι, οι βιβλιοθηκάριοι, οι γιατροί και η ζήτησή τους αυξάνεται κατακόρυφα αμέσως μετά από την εφεύρεση της τυπογραφίας.
Τα βιβλία εξαφανίζονται από την τάξη, και ένα που βρίσκεται είναι δαγκωμένο. Η δασκάλα αποφαίνεται ότι πρόκειται για ποντικοδαγκωνιά και αποφασίζει να πάρει τα μέτρα της: φάκες και γάτες τρομερές. Χωρίς αποτέλεσμα όμως. Τα παιδιά ανακαλύπτουν τον ήρωά μας να τρώει βιβλία και να διδάσκει τις γάτες. Ο Βιβλιοπόντικας γίνεται ο βοηθός της δασκάλας και η τάξη έχει παιδιά και γάτες που μαθαίνουν να «ροκανίζουν» βιβλία.
Η ιστορία του Βιβλιοπόντικα δεν περιορίζεται σε μία περιπέτεια. Τον γνωρίζουμε καλύτερα στις επόμενες τρεις. Γνωρίζοντας την Τίτα Γραβιέρα που ήταν βιβλιοθηκονόμος κάνει την υπέρβασή του, ψάχνει για δουλειά στον χώρο των βιβλίων και σταματά να τρώει βιβλία, για χάρη της, για να είναι μαζί (Όταν ο Βιβλιοπόντικας συνάντησε την Τίτα Γραβιέρα, 2004 και 2007, 32 σ.) Στην συνέχεια αποκτούν τον Χαρτοπόντικα και τον γκρινιάρη και τον ξάγρυπνο Μίμη Κασεράκη. Μυστήρια αρχίζουν να συμβαίνουν στην Βιβλιοθήκη και στο σπίτι (Μυστήριο στην Βιβλιοποντικοθήκη, 2006, 32 σ. και παιχνίδια). Η Τίτα παρατηρεί, ψάχνει και ανακαλύπτει ότι ο Βιβλιοπόντικας τα βράδια που δεν κοιμάται το μωρό, παίρνει τον Χαρτοπόντικα και όλα τα μεγάλα αδέλφια με το ίδιο θέμα και τους διαβάζει παρέα με τα «παραπονεμένα» βιβλία, εκείνα που έχουν καιρό να βγουν από τα ράφια, να τα δανειστούν. Η Τίτα, τότε, έχει την ιδέα να μένει η Βιβλιοποντικοθήκη, όλη μέρα ανοιχτή για όλους και αλλάζει το ωράριο. Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι του Βιβλιοπόντικα (2007 και παιχνίδια), μπισκότα, φυσικά, γίνεται μέσα στην Βιβλιοποντικοθήκη, παρέα με τα παιδιά, και πάντοτε ο Βιβλιοπόντικας ξεχνιέται λιγουλάκι και κάτι μασουλίζει από βιβλία, με προτίμηση τα αστυνομικά ακόμα και του φέρνουν βαρυστομαχιά.
Και όσο εμείς γνωρίζουμε μέσα από τις παλιές και νέες σχέσεις και από καταστάσεις τον Βιβλιοπόντικα τόσο το επίπεδο της ανάγνωσης, δυσκολεύει είναι η λέξη που μου έρχεται αλλά δεν θέλω να την χρησιμοποιήσω, γιατί βγάζει κάτι αρνητικό, γιατί δεν δυσκολεύει γίνεται πιο σύνθετο, πιο πλούσιο σε λόγια και σε δράση, και αυτό δεν φέρνει δυσκολία αλλά ενδιαφέρον. Το επίπεδο ταξιδεύει σε περισσότερες, μακρύτερες φράσεις. Εκεί που γνωρίζει την Τίτα Γραβιέρα βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο (Ψαράκια), και οι άλλες δύο (Δελφινάκια). Η σειρά «χωρίς σωσίβιο» ακολουθεί μία θαλάσσια εικονοδιαδρομή: από τα καβουράκια του γιαλού, μέσα έξω στο νερό, στην άμμο και τα βραχάκια, περνάει στα μικρά ψαράκια που κολυμπάνε στα ρηχά, έως ότου φτάσουν τα δελφινάκια της ανοιχτής θάλασσας.
Πρωτοπαιδικά Βιβλία για βιβλία με όλη την σημασία της στήλης.
Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 49

Αστυνομικά Βιβλία για Βιβλία
Τρία βιβλία ψιλοσκονίζονται υπομονετικά, εκεί στην ειδική θέση. Έχουν ένα κοινό: είναι, δηλώνονται από τον τίτλο, τα εξώφυλλά και τα περιγραφικά οπισθόφυλλά τους, αστυνομικά. Αστυνομικά που συνδέονται απευθείας με βιβλιοθήκες. Τα βάζω σε μία σειρά, όπως νομίζω από τα στοιχεία που αναφέρονται στα ίδια τα βιβλία, χρονολογικά σύμφωνα με το έτος συγγραφής τους. Πρώτο είναι της Αγκάθα Κρίστι, Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη, άθλος της μις Μαρπλ, μετάφρασις Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, εκδόσεις Λυχνάρι, 154 σ., σειρά: Βιβλιοθήκη Αστυνομικής Λογοτεχνίας αρ 150· δεύτερο, γραμμένο το 1990, είναι το βιβλίο του Stephen King, Η αστυνομία της Βιβλιοθήκης, μυθιστόρημα, μετάφραση Χρύσα Τσακιλίδου, εκδόσεις Επιλογή, Θεσσαλονίκη 1995, 315 σ.· τρίτο του John Maddox Roberts, Φόνος στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας: όταν η Ρώμη κυβερνούσε τον κόσμο, το έγκλημα κυβερνούσε τη Ρώμη, αστυνομικό μυθιστόρημα, μετάφραση Ελεονώρα Χαριλάου, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 2000, 418 σ., που όμως ο τίτλος πρωτοτύπου δεν περιλαμβάνει αυτή καθαυτή την λέξη «βιβλιοθήκη», την ορίζει σαφώς ως «τον ναό των Μουσών». Πρωτοκυκλοφόρησε το 1992.
Αρχικά κάνω έναν μάλλον πρόχειρο έλεγχο. Καλά έχω αυτά τα τρία, μήπως βρίσκονται και άλλα; Στην συνδυαστική αναζήτηση «Αστυνομικά και θρίλερ-βιβλιοθήκη» στην Πρωτοπορία φανερώνονται αυτά και του Στηβ Μπέρι, Αλεξάνδρεια, ο φύλακας της Βιβλιοθήκης, εκδόσεις Πλατύπους, για την παγκόσμια πολιτική, τον ρόλο των ΗΠΑ και τον μύθο των φυλάκων της μυστικής γνώσης. Όλη η κατηγορία περιλάμβανε μέχρι χθες Σάββατο 1.199 τίτλους.
Κανονικά θα παρουσιάζονταν στην στήλη το καθένα χώρια (έτσι θα κέρδιζα και περισσότερους τίτλους!), αφού τα ξαναπερνούσα ένα διάβασμα. Όμως, όχι, σκέφτομαι. Δεν θα περιγράψω πλοκές και πρωταγωνιστές αυτήν την φορά. Θα κάνω κάτι αλλιώτικο, θα προσπαθήσω να εφαρμόσω (μάλλον επιδερμικά) το σχήμα που φτιάχνει ο Πέτρος Μάρκαρης στο βιβλίο του Κατ’ εξακολούθηση, για την εξέλιξη των αστυνομικών ως λογοτεχνικού είδους. Αυτό με απαλλάσσει και από την λεπτομερειακή ξανά-ανάγνωσή τους, καθώς από την μια η οπτική είναι πεδίο σχεδόν ελεύθερο και από την άλλη μπορώ να βασιστώ σε αυτά που πραγματικά έχουν μείνει μετά από καιρό, στην γεύση του θυμητικού.
Υποστηρίζει ο Μάρκαρης «ότι το σημερινό αστυνομικό είναι περισσότερο ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή…» (σ. 106) και λίγο πιο κάτω ότι «το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι απευθείας απόγονος του αστικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα» (σ. 108), και αυτό συμβαίνει γιατί εντάσσεται απόλυτα μέσα στο περιβάλλον των πόλεων.
Στο μυστήριο της Α. Κρίστι το επίκεντρο πέφτει στην πλοκή, στα πήγαινελα των προσώπων, των διαλόγων και των συμπερασματικών συλλογισμών, την περιγραφή των κινήσεων και αντιδράσεών τους. Το πτώμα της νεαρής ξανθής εντοπίζεται στην βιβλιοθήκη του συνταγματάρχη Μπάντυ, ένα δωμάτιο του σπιτιού, κατά κανόνα, ήσυχο, αραιά επισκέψιμο, ειδικής ατμόσφαιρας, εντελώς διαφορετικής από εκείνη των άλλων οικιακών χώρων. Η βιβλιοθήκη είναι ένα σκηνικό.
Την δολοφονία του μαθηματικού Ιφικράτη του Χίου, μαθητής του Αρχιμήδη, καλείται να διαλευκάνει ο θερμόαιμος δημοκράτης Ρωμαίος Δέκιος Καικίλιος Μέτελλος ο Νεότερος. Εδώ η δολοφονία συνδέεται πιο στενά, οργανικά με την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, όχι μόνο ως τοποθεσία αλλά και με την παρουσία και τις λειτουργίες της στην πόλη.
Στην Αστυνομία της Βιβλιοθήκης οι υποσυνείδητες εμπειρίες φόβου και αγωνίας έχουν θαφτεί στο πέρασμα της παιδικής ηλικίας, η διαστροφή και η σαπίλα είναι παρόντα Η αντίθεση βρίσκεται στο σημείο που μια τοπική βιβλιοθήκη (η Δημοτική Βιβλιοθήκη του Τζάνξιον Σίτυ της Αϊόβα), φαινομενικά ένα ήσυχο (ασφαλές) λιμάνι, που συγκεντρώνει πολλά παιδιά, όχι μόνο είναι τόπος που προξενεί άγχος με το κλίμα που εκπέμπει (σιωπή απαιτείται, τα ράφια ένας λαβύρινθος) αλλά κρύβει και άλλους αληθινούς κινδύνους για τα παιδιά.
Το σχήμα λειτουργεί για αστυνομικά βιβλία για βιβλία και ίσως και για τον Στηβ Μπέρι που δεν κατάφερα να διαβάσω. Υπάρχει μία διάβαση από το πώς και ποιος είναι ο δολοφόνος (Α. Κρίστι) στο πού, πότε, γιατί και τους μηχανισμούς ενός εγκλήματος που δεν είναι μόνο ο φόνος αλλά η ηθική φθορά της κοινωνίας (J. Maddox Roberts, St. King).
Επιπλέον, το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα έχει εξερευνήσει και την περιοχή του ιστορικού βάθους, μέσα στο αναπτυσσόμενο ερευνητικό ενδιαφέρον που έχει να κάνει με τους τρόπους των ανθρώπων, την καθημερινή τους ζωή, τις συνήθειες, τα ρούχα, τα αντικείμενα που τους περιτριγύριζαν, ακόμα και τα συναισθήματά τους. Έχει αναπτυχθεί ένα υποείδος, το ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει να επιδείξει επιτυχημένες σειρές. Όπως του αρχαίου Κνέζου δικαστή Τι (Robert Van Gulik), της αδελφής Φιντέλμα (Peter Tremayne), του αδελφού Κάντφελ που ζει τον 12ο αιώνα (Peter Elis) και του βυζαντινολόγου Παναγιώτη Αγαπητού (με δύο έως τώρα τίτλους) και άλλα. Σε αυτήν την υποκατηγορία ανήκει ο Φόνος στην Αλεξάνδρεια αλλά συγχρόνως δηλώνει ότι το έγκλημα έχει παλιές καταβολές. Αποτυπώνεται η ιστορική εποχή, η πόλη και οι κάτοικοί της τότε, μα εκεί βρίσκονται και τα πάγια ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες, μια νέα ματιά προς τα πίσω.
Και αν μία σταγόνα βροχής σκοτώνει το καλοκαίρι, αυτό το Σαββατοκύριακο το καλοκαίρι δολοφονήθηκε…
Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 48

Μαρία Μήτσορα, Με λένε Λέξη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008, 225 σ.
σειρά: Η κουζίνα του συγγραφέα
Ανατρέχω στις παρουσιάσεις και παρατηρώ ότι οι περισσότερες είναι μεταφράσεις, μια ποικιλία μεταφράσεων διαφόρων γλωσσών, από διάφορες εποχές. Με εξαίρεση ένα δυο τρεις τίτλους και λίγα παιδικά. Εδώ και τώρα ας αλλάξουν λίγο οι στατιστικές. Υπάρχει μια σειρά που χώνεται στις γεύσεις (εμπειρίες) και μυρωδιές (απόψεις) της γραφής συγγραφέων που τυπώνονται αρχικά στα ελληνικά.
Διευθυντής της σειριακής συστάδας είναι ο Μισέλ Φάΐς, συγγραφέας του μυθιστορήματος Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994, 259 σ.), που στα σίγουρα ενδιαφέρει τα Βιβλία για βιβλία. Στέκεται ακόμα όμως στο ειδικό ράφι, κάβα, με το σκοτεινό του εξώφυλλο και τις ελαφρά κιτρινισμένες σελίδες του, να ξαναδιαβαστεί για να πάρει αριθμό. Μα, να, όλο κάτι ξεφυτρώνει στο δρόμο της ανάγνωσης που οδηγεί απρόβλεπτα (ένας νέος τίτλος, μια υπόδειξη, μια κουβέντα, μια ανάγκη) και εξακολουθεί να παραμένει στην ασφάλεια της ρεζέρβας.
Η κουζίνα του συγγραφέα έχει μαγειρέψει έως τα τώρα έξι συνταγές: του Αλέξη Πανσέληνου το πιάτο Μια λέξη χίλιες εικόνες (το έχω διαβασμένο, μονορούφι θυμάμαι, καλύτερα και από τα βιβλία του), του Γιάννη Ξανθούλη Το μενού των φαντασμάτων, του Χρόνη Μπότσογλου Το χρώμα της σπουδής, της Μάρως Δούκα Τα μαύρα λουστρίνια (με περιμένει και το περιμένω ανυπόμονα), του Πέτρου Μάρκαρη Κατ’ εξακολούθηση (που τώρα κρατάω) και αυτό, το 48ο της στήλης Βιβλία για βιβλία.
Μέσα σε ένα χρόνο, το 2008, και σε απόσταση τεσσάρων μηνών (τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο), η Με λένε Λέξη έχει κάνει δύο εκδόσεις. Η φωνή της έχει διαβαστεί και διαβάζεται. Δεν γίνονται αναφορές για τεχνικές, σχεδιασμούς, κατασκευές χαρακτήρων, χτίσιμο πλοκής, για στοιχεία και για χειρισμούς της γλώσσας. Μιλάει για σχέσεις, για αισθήσεις, αναζητήσεις, στάσεις και τοποθετήσεις, εικόνες τοπία ψυχικά που περιγράφονται με όρους μιας φαντασιακής πραγματικότητας. Μιλάει μέσα από παραδείγματα ιστοριών, σπαράγματα αναμνήσεων που λένε για την διαδρομή της γιατί ξέρει ότι το θέμα του βιβλίου είναι το γράψιμο, η μαγεία του, το μυστήριό του. Και τότε πάλι, όχι κρυστάλλινα αλλά από περάσματα μακρινά και εσωτερικά, με ελλειπτικές τροχιές στην διήγηση. «… οι ίδιες οι λέξεις είναι συχνά πιο ισχυρές από τα θέματα» (σ. 79), όπως συμβαίνει με εκείνους που πιστεύουν ότι στην ζωγραφική τα χρώματα και οι σκιές είναι πιο σημαντικές από το θέμα του πίνακα. Η δημόσια ενδοσκόπηση δεν μοιάζει να οδηγεί την συγγραφέα παρά στην μερική ατομική λύτρωση. Τα ζητήματα που πονούν δεν μοιάζει να υποχωρούν εντελώς έως το τέλος του βιβλίου. Ανοίγεται και κρύβεται, θέλει να μοιραστεί μα και πάλι όχι να παραδοθεί. Παρά την πίστη στην απόλυτη δύναμη των λέξεων.
«Η σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, είναι η σχέση με τη ζωή» (σ. 13). Τα γύρο μας έρχονται σε επαφή και διατυπώνονται μέσα από τις λέξεις, ένα «σχοινί που είναι φτιαγμένο από λέξεις» για να ζήσουμε τα άγνωστα και δύσκολα, ο καθένας μας την μερίδα του. Αν το σχοινί δεν είναι τέλεια τεντωμένο να ισορροπήσει κανείς, το χάος χάσκει πεινασμένο και διψασμένο. Οι λέξεις ασκούν δυνάμεις πάνω στους ανθρώπους, ενωτικές, γοητευτικές μα και πληγωτικές, χωριστικές. Νομίζω ότι για τον λόγο αυτό πολλοί είναι που τις αποφεύγουν, τους κρύβονται. Χωρίς να έχει σημασία γιατί οι λέξεις, ακόμα και κλειδωμένες γλιστράνε, αιωρούνται. Τις κουβαλάμε και μας κουβαλάνε. Δίνουν τις δικές τους απαντήσεις σε ερωτήματα, ακόμα και αν οι λέξεις θα ήταν άλλες αν έβγαιναν με φωνή. «… η γλώσσα… μια μεγάλη μάζα υγρή,… , που κατεβάζει λέξεις.» (σ. 223), λέξεις που ορίζουν τα σύνορα του κόσμου μας (σ. 12).
Η κολασμένη αναζήτηση του τόπου της «αμύθητης γωνίας», που έρχεται και επανέρχεται στο κείμενο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αμύθητη, που δεν υπάρχει ούτε καν στους μύθους και κάνει το ψάξιμο, φευγιό. Γωνία, μέρος κατά το ήμισυ προστατευμένο, κλειστό κατά τα δύο τέταρτα, και συγχρόνως ανοιχτό. Σημείο συνάντησης πραγμάτων.
Είναι κομμάτια που δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί και το πώς τους, να πει το νόημα με άλλες λέξεις, αυτές είναι οι λέξεις, για αυτό ακριβώς που ήθελε να βγάλει, αλλιώς δεν βγαίνει, άλλες λέξεις δεν γίνονται. Αυτές είναι και τέρμα. Μας ζητάει να σκύψουμε και να ακολουθήσουμε τις σπηλιές του νου της που διασχίζουν λέξεις σημαδεμένες, που ζητούν αποκρυπτογράφηση.
σειρά: Η κουζίνα του συγγραφέα
Ανατρέχω στις παρουσιάσεις και παρατηρώ ότι οι περισσότερες είναι μεταφράσεις, μια ποικιλία μεταφράσεων διαφόρων γλωσσών, από διάφορες εποχές. Με εξαίρεση ένα δυο τρεις τίτλους και λίγα παιδικά. Εδώ και τώρα ας αλλάξουν λίγο οι στατιστικές. Υπάρχει μια σειρά που χώνεται στις γεύσεις (εμπειρίες) και μυρωδιές (απόψεις) της γραφής συγγραφέων που τυπώνονται αρχικά στα ελληνικά.
Διευθυντής της σειριακής συστάδας είναι ο Μισέλ Φάΐς, συγγραφέας του μυθιστορήματος Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994, 259 σ.), που στα σίγουρα ενδιαφέρει τα Βιβλία για βιβλία. Στέκεται ακόμα όμως στο ειδικό ράφι, κάβα, με το σκοτεινό του εξώφυλλο και τις ελαφρά κιτρινισμένες σελίδες του, να ξαναδιαβαστεί για να πάρει αριθμό. Μα, να, όλο κάτι ξεφυτρώνει στο δρόμο της ανάγνωσης που οδηγεί απρόβλεπτα (ένας νέος τίτλος, μια υπόδειξη, μια κουβέντα, μια ανάγκη) και εξακολουθεί να παραμένει στην ασφάλεια της ρεζέρβας.
Η κουζίνα του συγγραφέα έχει μαγειρέψει έως τα τώρα έξι συνταγές: του Αλέξη Πανσέληνου το πιάτο Μια λέξη χίλιες εικόνες (το έχω διαβασμένο, μονορούφι θυμάμαι, καλύτερα και από τα βιβλία του), του Γιάννη Ξανθούλη Το μενού των φαντασμάτων, του Χρόνη Μπότσογλου Το χρώμα της σπουδής, της Μάρως Δούκα Τα μαύρα λουστρίνια (με περιμένει και το περιμένω ανυπόμονα), του Πέτρου Μάρκαρη Κατ’ εξακολούθηση (που τώρα κρατάω) και αυτό, το 48ο της στήλης Βιβλία για βιβλία.
Μέσα σε ένα χρόνο, το 2008, και σε απόσταση τεσσάρων μηνών (τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο), η Με λένε Λέξη έχει κάνει δύο εκδόσεις. Η φωνή της έχει διαβαστεί και διαβάζεται. Δεν γίνονται αναφορές για τεχνικές, σχεδιασμούς, κατασκευές χαρακτήρων, χτίσιμο πλοκής, για στοιχεία και για χειρισμούς της γλώσσας. Μιλάει για σχέσεις, για αισθήσεις, αναζητήσεις, στάσεις και τοποθετήσεις, εικόνες τοπία ψυχικά που περιγράφονται με όρους μιας φαντασιακής πραγματικότητας. Μιλάει μέσα από παραδείγματα ιστοριών, σπαράγματα αναμνήσεων που λένε για την διαδρομή της γιατί ξέρει ότι το θέμα του βιβλίου είναι το γράψιμο, η μαγεία του, το μυστήριό του. Και τότε πάλι, όχι κρυστάλλινα αλλά από περάσματα μακρινά και εσωτερικά, με ελλειπτικές τροχιές στην διήγηση. «… οι ίδιες οι λέξεις είναι συχνά πιο ισχυρές από τα θέματα» (σ. 79), όπως συμβαίνει με εκείνους που πιστεύουν ότι στην ζωγραφική τα χρώματα και οι σκιές είναι πιο σημαντικές από το θέμα του πίνακα. Η δημόσια ενδοσκόπηση δεν μοιάζει να οδηγεί την συγγραφέα παρά στην μερική ατομική λύτρωση. Τα ζητήματα που πονούν δεν μοιάζει να υποχωρούν εντελώς έως το τέλος του βιβλίου. Ανοίγεται και κρύβεται, θέλει να μοιραστεί μα και πάλι όχι να παραδοθεί. Παρά την πίστη στην απόλυτη δύναμη των λέξεων.
«Η σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, είναι η σχέση με τη ζωή» (σ. 13). Τα γύρο μας έρχονται σε επαφή και διατυπώνονται μέσα από τις λέξεις, ένα «σχοινί που είναι φτιαγμένο από λέξεις» για να ζήσουμε τα άγνωστα και δύσκολα, ο καθένας μας την μερίδα του. Αν το σχοινί δεν είναι τέλεια τεντωμένο να ισορροπήσει κανείς, το χάος χάσκει πεινασμένο και διψασμένο. Οι λέξεις ασκούν δυνάμεις πάνω στους ανθρώπους, ενωτικές, γοητευτικές μα και πληγωτικές, χωριστικές. Νομίζω ότι για τον λόγο αυτό πολλοί είναι που τις αποφεύγουν, τους κρύβονται. Χωρίς να έχει σημασία γιατί οι λέξεις, ακόμα και κλειδωμένες γλιστράνε, αιωρούνται. Τις κουβαλάμε και μας κουβαλάνε. Δίνουν τις δικές τους απαντήσεις σε ερωτήματα, ακόμα και αν οι λέξεις θα ήταν άλλες αν έβγαιναν με φωνή. «… η γλώσσα… μια μεγάλη μάζα υγρή,… , που κατεβάζει λέξεις.» (σ. 223), λέξεις που ορίζουν τα σύνορα του κόσμου μας (σ. 12).
Η κολασμένη αναζήτηση του τόπου της «αμύθητης γωνίας», που έρχεται και επανέρχεται στο κείμενο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αμύθητη, που δεν υπάρχει ούτε καν στους μύθους και κάνει το ψάξιμο, φευγιό. Γωνία, μέρος κατά το ήμισυ προστατευμένο, κλειστό κατά τα δύο τέταρτα, και συγχρόνως ανοιχτό. Σημείο συνάντησης πραγμάτων.
Είναι κομμάτια που δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί και το πώς τους, να πει το νόημα με άλλες λέξεις, αυτές είναι οι λέξεις, για αυτό ακριβώς που ήθελε να βγάλει, αλλιώς δεν βγαίνει, άλλες λέξεις δεν γίνονται. Αυτές είναι και τέρμα. Μας ζητάει να σκύψουμε και να ακολουθήσουμε τις σπηλιές του νου της που διασχίζουν λέξεις σημαδεμένες, που ζητούν αποκρυπτογράφηση.
Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 47

Σωτήρης Τριβιζάς, Η τέχνη της ανάγνωσης, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 11 σ.
Από τη συλλογή δοκιμίων Το Πνεύμα του λόγου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000.
Τα βιβλία ως αντικείμενα έχουν υπόσταση. Είναι φτιαγμένα από υλικά. Χαρτί και μελάνια διαφόρων κατασκευών ανάλογα με την εποχή. Χαρτόνια, δέρμα, ξύλο, σπάγκοι, κόλες για το δέσιμο. Έχουν όγκο και σχήμα. Το σχήμα των βιβλίων, το ύψος και το πλάτος τους μετριόταν ανάλογα με τις φορές που διπλωνόταν η τυπογραφική κόλλα χαρτιού. Αν διπλωνόταν δύο φορές, το σχήμα που προέκυπτε ονομαζόταν 2ο, τέσσερις 4ο, οκτώ 8ο, δεκαέξι 16ο. Το δίπλωμα συνήθως σταματούσε εκεί. Αυτά ήταν τα συνηθισμένα σχήματα και εξακολουθούν να επιζούν έως σήμερα, μόνο που έχουν εμπλουτιστεί χάρη στις νέες τεχνολογίες. Στα παλιά δελτία της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην Πανεπιστημίου, αυτά που βρίσκονται στους εντυπωσιακούς καταλόγους με το που μπαίνεις, το σχήμα δίνεται στο κάτω μέρος. Και είναι απαραίτητη πληροφορία όταν παραγγέλλει κανείς ένα βιβλίο, καθώς τα βιβλία στα ράφια έχουν τοποθετηθεί ανάλογα με το σχήμα τους για λόγους οικονομίας χώρου. Ο χώρος στις βιβλιοθήκες είναι πολύτιμος και η ικανότητα πρόβλεψης μεγαλώματος των συλλογών είναι σχεδόν χάρισμα.
Κατά καιρούς και επειδή στους ανθρώπους αρέσει να πειραματίζονται με τα μεγέθη εν γένει, έχουν γίνει δοκιμές εκτύπωσης βιβλίων είτε πολύ μεγάλου σχήματος είτε πολύ μικρού, που αγγίζει την τέχνη της μινιατούρας. Πολλά τέτοια ελληνικά βιβλία δεν έχουμε. Μάλλον χρειάζονται κατάλληλη τεχνικό εξοπλισμό και τέτοια, και ακόμα γιατί δεν υπάρχει εξοικείωση σε τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Για αυτόν το λόγο είναι ευχάριστη η έκπληξη όταν μέσα σε ένα μεγαλύτερο βιβλίο των εκδόσεων περιμένει κρυμμένο ανάμεσα στις σελίδες ένα μικρό βιβλιαράκι. Βιβλίο εν βιβλίω, όπως κράτος εν κράτει, κάπως. Διαστάσεων 0,10 Χ 0,72, τυπωμένο σε υπόλευκο χαρτί, με καρφίτσα στην μέση του και την σημείωση στο οπισθόφυλλο ότι διανέμεται δωρεάν. Με στοιχεία σε χρώμα βαθύ καφέ σε διακριτική τονική συγγένεια με το μελιτζανί. Πολυτονικό με ένα Πι πρωτόγραμμα. Επιλογή δοκιμίου δημοσιευμένου σε τόμο. Γεννά την συμπάθεια.
Από το βιβλιαράκι κρατώ την παρατήρηση που αφορά τις αναγνώσεις που αντιστέκονται. Ξεπερνώ την ερμηνεία της κακής επιλογής και της ποιοτικής αξιολόγησης, και στέκομαι στην δεύτερη εξήγηση που δίνει ο συγγραφέας. Εκείνη όπου ο αναγνώστης αφήνει τον χρόνο να κυλήσει και επιστρέφει στο κείμενο. Γιατί και εγώ πιστεύω ότι ένα βιβλίο δεν είναι μια και έξω, μια μόνη ανάγνωση, μη επισκέψιμο μετά από αυτήν και η πρώτη εντύπωση παντοτινή, μη αναθεωρήσιμη. Ότι θα πρέπει να κρατάμε την εμπειρία ακίνητη στο πέρασμα του καιρού. Αντίθετα, όταν ξαναδιαβάζουμε, μετράμε τον εαυτό μας σε σχέση με τον χρόνο και την σωρευτική δράση του πάνω μας. Δεν χαλάμε την πρώτη εντύπωση, την δουλεύουμε. Προσθέτουμε, αφαιρούμε, την κρίνομε εμπλουτισμένα. Έχουμε το πριν και το μετά και το ενδιάμεσο, ως ζυμωτική περίοδο. Όταν, λοιπόν, ο αναγνώστης ξανασκύψει στο βιβλίο που δεν κατέκτησε με την πρώτη και ανακαλύψει πόσο τον ευχαριστεί στον νέο γύρο, πόσα βλέπει που δεν έβλεπε, είναι γιατί ο ίδιος ήρθε και μέστωσε ως προς αυτό. «Το δέχεται χωρίς έκπληξη, γιατί ο αναγνώστης ξέρει ότι και αυτός ωριμάζει, όπως ακριβώς και τα βιβλία.», λέει ο Σ.Τ.
Η τέχνη της ανάγνωσης, όπως όλες οι τέχνες και αυτή της ζωής, είναι και να παίρνεις και να δίνεις. Να πηγαίνεις προς το μέρος της νέας ανάγνωσης με ανοιχτάδα. Να μην περιμένεις μόνο την αναγνώριση και την ταύτιση. Να κάνεις έστω και ένα βηματάκι προς τη μεριά του πομπού, να σπρώχνεις τα αδιόρατα όρια της κατανόησής σου προς μια άλλη κατεύθυνση. Και από την άλλη να ξεκλειδώνεις κομμάτια σου, να τα νοιώθεις ότι είναι εκεί για να μπορέσεις να τα επικοινωνήσεις.
Αν το κάνεις, αν αυτό συμβαίνει τι σημασία μπορεί να έχουν οι κανόνες, αν διαβάζεις δημόσια, ξαπλωτά, με μουσικές, τσιγάρα και ποτά, αν το διαβάζεις μονοκοπανιά ή κατά βούληση, στα πεταχτά παραλείποντας λέξεις, προτάσεις, ή και σελίδες ή με ακάθεκτη προσήλωση.
Από τη συλλογή δοκιμίων Το Πνεύμα του λόγου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000.
Τα βιβλία ως αντικείμενα έχουν υπόσταση. Είναι φτιαγμένα από υλικά. Χαρτί και μελάνια διαφόρων κατασκευών ανάλογα με την εποχή. Χαρτόνια, δέρμα, ξύλο, σπάγκοι, κόλες για το δέσιμο. Έχουν όγκο και σχήμα. Το σχήμα των βιβλίων, το ύψος και το πλάτος τους μετριόταν ανάλογα με τις φορές που διπλωνόταν η τυπογραφική κόλλα χαρτιού. Αν διπλωνόταν δύο φορές, το σχήμα που προέκυπτε ονομαζόταν 2ο, τέσσερις 4ο, οκτώ 8ο, δεκαέξι 16ο. Το δίπλωμα συνήθως σταματούσε εκεί. Αυτά ήταν τα συνηθισμένα σχήματα και εξακολουθούν να επιζούν έως σήμερα, μόνο που έχουν εμπλουτιστεί χάρη στις νέες τεχνολογίες. Στα παλιά δελτία της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην Πανεπιστημίου, αυτά που βρίσκονται στους εντυπωσιακούς καταλόγους με το που μπαίνεις, το σχήμα δίνεται στο κάτω μέρος. Και είναι απαραίτητη πληροφορία όταν παραγγέλλει κανείς ένα βιβλίο, καθώς τα βιβλία στα ράφια έχουν τοποθετηθεί ανάλογα με το σχήμα τους για λόγους οικονομίας χώρου. Ο χώρος στις βιβλιοθήκες είναι πολύτιμος και η ικανότητα πρόβλεψης μεγαλώματος των συλλογών είναι σχεδόν χάρισμα.
Κατά καιρούς και επειδή στους ανθρώπους αρέσει να πειραματίζονται με τα μεγέθη εν γένει, έχουν γίνει δοκιμές εκτύπωσης βιβλίων είτε πολύ μεγάλου σχήματος είτε πολύ μικρού, που αγγίζει την τέχνη της μινιατούρας. Πολλά τέτοια ελληνικά βιβλία δεν έχουμε. Μάλλον χρειάζονται κατάλληλη τεχνικό εξοπλισμό και τέτοια, και ακόμα γιατί δεν υπάρχει εξοικείωση σε τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Για αυτόν το λόγο είναι ευχάριστη η έκπληξη όταν μέσα σε ένα μεγαλύτερο βιβλίο των εκδόσεων περιμένει κρυμμένο ανάμεσα στις σελίδες ένα μικρό βιβλιαράκι. Βιβλίο εν βιβλίω, όπως κράτος εν κράτει, κάπως. Διαστάσεων 0,10 Χ 0,72, τυπωμένο σε υπόλευκο χαρτί, με καρφίτσα στην μέση του και την σημείωση στο οπισθόφυλλο ότι διανέμεται δωρεάν. Με στοιχεία σε χρώμα βαθύ καφέ σε διακριτική τονική συγγένεια με το μελιτζανί. Πολυτονικό με ένα Πι πρωτόγραμμα. Επιλογή δοκιμίου δημοσιευμένου σε τόμο. Γεννά την συμπάθεια.
Από το βιβλιαράκι κρατώ την παρατήρηση που αφορά τις αναγνώσεις που αντιστέκονται. Ξεπερνώ την ερμηνεία της κακής επιλογής και της ποιοτικής αξιολόγησης, και στέκομαι στην δεύτερη εξήγηση που δίνει ο συγγραφέας. Εκείνη όπου ο αναγνώστης αφήνει τον χρόνο να κυλήσει και επιστρέφει στο κείμενο. Γιατί και εγώ πιστεύω ότι ένα βιβλίο δεν είναι μια και έξω, μια μόνη ανάγνωση, μη επισκέψιμο μετά από αυτήν και η πρώτη εντύπωση παντοτινή, μη αναθεωρήσιμη. Ότι θα πρέπει να κρατάμε την εμπειρία ακίνητη στο πέρασμα του καιρού. Αντίθετα, όταν ξαναδιαβάζουμε, μετράμε τον εαυτό μας σε σχέση με τον χρόνο και την σωρευτική δράση του πάνω μας. Δεν χαλάμε την πρώτη εντύπωση, την δουλεύουμε. Προσθέτουμε, αφαιρούμε, την κρίνομε εμπλουτισμένα. Έχουμε το πριν και το μετά και το ενδιάμεσο, ως ζυμωτική περίοδο. Όταν, λοιπόν, ο αναγνώστης ξανασκύψει στο βιβλίο που δεν κατέκτησε με την πρώτη και ανακαλύψει πόσο τον ευχαριστεί στον νέο γύρο, πόσα βλέπει που δεν έβλεπε, είναι γιατί ο ίδιος ήρθε και μέστωσε ως προς αυτό. «Το δέχεται χωρίς έκπληξη, γιατί ο αναγνώστης ξέρει ότι και αυτός ωριμάζει, όπως ακριβώς και τα βιβλία.», λέει ο Σ.Τ.
Η τέχνη της ανάγνωσης, όπως όλες οι τέχνες και αυτή της ζωής, είναι και να παίρνεις και να δίνεις. Να πηγαίνεις προς το μέρος της νέας ανάγνωσης με ανοιχτάδα. Να μην περιμένεις μόνο την αναγνώριση και την ταύτιση. Να κάνεις έστω και ένα βηματάκι προς τη μεριά του πομπού, να σπρώχνεις τα αδιόρατα όρια της κατανόησής σου προς μια άλλη κατεύθυνση. Και από την άλλη να ξεκλειδώνεις κομμάτια σου, να τα νοιώθεις ότι είναι εκεί για να μπορέσεις να τα επικοινωνήσεις.
Αν το κάνεις, αν αυτό συμβαίνει τι σημασία μπορεί να έχουν οι κανόνες, αν διαβάζεις δημόσια, ξαπλωτά, με μουσικές, τσιγάρα και ποτά, αν το διαβάζεις μονοκοπανιά ή κατά βούληση, στα πεταχτά παραλείποντας λέξεις, προτάσεις, ή και σελίδες ή με ακάθεκτη προσήλωση.
Κυριακή 31 Αυγούστου 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 46

Pierre Péju, Η μοναχούλα, μετάφραση Κατερίνα Δασκαλάκη, ποταμός, Αθήνα 2005, 195 σ.
Με ένα σοκαριστικά τρομαχτικό ξεκίνημα, ένα ξεδίπλωμα δυνατό και τρυφερό, αβάσταχτο και δυσβάσταχτο, και ένα τέλος τελεσίδικο για όλα τα πρόσωπα που ήδη στερημένα από μία κανονικότητα, χάνονται. Οι ζωές τους διασταυρώνονται κατά λάθος, εξαιτίας ενός ατυχήματος, και μετά εξαφανίζονται. Η ιστορία που τους έφερε κοντά τους καταπίνει. Σχεδόν χωρίς καμία ελπίδα, αν και που και που πάει να σκάσει μύτη.
Ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου το «ρήμα είναι» Βολλάρ χτυπάει με το γεμάτο βιβλία φορτηγάκι του μία μικρούλα που πετιέται στο δρόμο ένα βροχερό βράδυ του Νοέμβρη. Η Εύα πέφτει σε κώμα. Η μητέρα της η Τερέζα Μπλανσό, η διάφανη γυναίκα, η ανήσυχη που δεν ησυχάζει, που βρίσκεται σε συνεχή κίνηση σαν για να μπερδέψει την αταξία που την κυριαρχεί, «θλιμμένη και χωρίς σημασία», όπως σημειώνει στο τετραδιάκι της, με δυσκολία κάθεται στο πλευρό της. Ο βιβλιοπώλης Βολλάρ αναλαμβάνει να της μιλά μέσα στο αφτί, στο υποσυνείδητο μήπως και ανοίξει τα μάτια. Στ’ αλήθεια δεν της μιλά, της απαγγέλλει σελίδες λογοτεχνίας, της διαβάζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Αποτελεί φαινόμενο μνήμης, από μικρός. Αναγνωρίζει τα σώματα των βιβλίων με ένα απλό κοίταγμα, του έρχονται στο νου όσο παλιές και να είναι οι αναγνώσεις του, παρέα με τις μυρωδιές των στοιχειοθετημένων χαρτιών, οι εικόνες των διάστικτων σελίδων. Ο γιγάντιος κοκκινοτρίχης αναγνώστης Βολλάρ, τότε, αυτόματα ανακαλεί το περιεχόμενο των βιβλίων. Ξέρει ιστορίες βιβλίων που έσωσαν ανθρώπους, όταν βλέπει καινούργια βιβλία τον πιάνει λαιμαργία να τα καταβροχθίσει, ανοίγει τα κιβώτια με ασίγαστη πείνα.
Μέσα από τις ιστορίες μοναξιάς του Βολλάρ, της Τερέζα Μπλασό, της μικρής Εύας, της βοηθού στο βιβλιοπωλείο κυρίας Πελαγίας, του άλλοτε πολύ φανερού άλλοτε στην σκιά αφηγητή, ξεσκεπάζεται ένα άλλο είδος ανάγνωσης, ένας διαφορετικός ρόλος [που δεν περιλαμβάνεται ούτε καν στην Αναγνώστρια Βιβλία για βιβλία 31]. Δεν ταιριάζει σε κανένα είδος: ανάγνωση ταξίδι, ανάγνωση ευχαρίστηση, λήθη, μοίρασμα, αγάπη… Το επαγγελματικό στο οποίο επιδίδεται η Πελαγία, πολύ γλήγορο, διαγώνιο, χωρίς καμιά ιδιαίτερη προτίμηση, έτσι για να είναι σε θέση να απαντήσει στις ερωτήσεις των πελατών.
Ακόμα και για τον βιβλιοπώλη Βολλάρ είναι μια αποκάλυψη. Αυτός με το τρελό, αδιάκοπο διάβασμά του ανακάλυπτε τις πληγές των άλλων (των συγγραφέων). Το διάβασμα ήταν η επίσκεψη στις βαθύτερες και κατάμαυρες σκοτεινές πληγές. Διάβαζε κραυγές ακόμα και στις πιο δεξιοτεχνικά καλοφτιαγμένες προτάσεις, ολημερίς δημόσια και τις νύχτες που τον χτυπούσε η ξαγρύπνια. Διάβαζε τις κραυγές των άλλων για να σιγάσει τις δικές του. Άφηνε να τον τραβάνε εκείνες για να μην ακούει τους ήχους του κεφαλιού του.
Το μεγαλόφωνο διάβασμα, οι απαγγελίες στην μοναχούλα (πολλοί άνθρωποι μοναχούλιδες κείτονται) χρησίμευε σε κάτι διαφορετικό. Ένα κομπολόι λέξεων γραμμένων που χτυπάνε η μία πάνω στην άλλη, μετά την άλλη, με φωνή να τρυπώνει στους πόρους των αφτιών, του δέρματος, να γλιστρά, να γιατρεύει, να κρατάει στη ζωή. Και η μοναχούλα επανέρχεται, σιωπηλή και εύθραυστη.
Το βιβλιοπωλείο «το ρήμα είναι» ανήκει στην κατηγορία των βιβλιοπωλείων που συνδυάζει την αφόρητη ακαταστασία με την επιμελημένη τάξη που επιτρέπει να εντοπίζονται οι τίτλοι. Εμπόριο βιβλίων μικρής κλίμακας, με την προσωπικότητα του βιβλιοπώλη διάχυτη. Όταν παίρνει φωτιά, σιγοκαίγεται, όλα καταστρέφονται και τα βιβλία μουλιάζουν στα νερά και τα άλλα υγρά των πυροσβεστών. Καταστρέφεται άδοξα πριν ρημάξει εντελώς.
Και πάλι με πήρε από το χέρι το λαγωνικό, δίνοντάς μου αυτό το δικό του βιβλίο, με το όνομά του στην πρώτη λευκή σελίδα, όπως συνηθίζει να κάνει, μαζί με την ημερομηνία απόκτησης. Αντίτυπο που, όπως όλα του τα βιβλία, είναι διαβασμένο με μια ειδική προσοχή. Με το βλέμμα να αχνοακουμπάει στην εσωτερική πλευρά των σελίδων καθώς δεν ανοίγει, η ράχη δεν έχει υποστεί καμία πίεση. Αν και μοιάζει απάτητο, αραιά και που, να, σταθερές μολυβένιες υπογραμμίσεις. Ακράδαντα σημάδια της επίσκεψή του. Ίσως και εγώ να υπογράμμιζα εκεί, ίσως πάλι αλλού, λίγο πιο πάνω, πιο μετά. Και πάντως, όχι τόσο έντονα, πιο αχνά, αδιόρατα, να μην προδοθώ. Με ενθαρρύνει να κάνω τις δικές μου σημάνσεις. Διστάζω, αφήνω ίχνη ακόμα πιο μυστικά. Θα το επιστρέψω με έναν μικρό λεκέ στο οπισθόφυλλο, δεν σβήνεται, και ντρέπομαι. Θα το πω πριν το δει.
Σήμερα τελευταία Κυριακή του Καλοκαιριού του 2008.
Με ένα σοκαριστικά τρομαχτικό ξεκίνημα, ένα ξεδίπλωμα δυνατό και τρυφερό, αβάσταχτο και δυσβάσταχτο, και ένα τέλος τελεσίδικο για όλα τα πρόσωπα που ήδη στερημένα από μία κανονικότητα, χάνονται. Οι ζωές τους διασταυρώνονται κατά λάθος, εξαιτίας ενός ατυχήματος, και μετά εξαφανίζονται. Η ιστορία που τους έφερε κοντά τους καταπίνει. Σχεδόν χωρίς καμία ελπίδα, αν και που και που πάει να σκάσει μύτη.
Ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου το «ρήμα είναι» Βολλάρ χτυπάει με το γεμάτο βιβλία φορτηγάκι του μία μικρούλα που πετιέται στο δρόμο ένα βροχερό βράδυ του Νοέμβρη. Η Εύα πέφτει σε κώμα. Η μητέρα της η Τερέζα Μπλανσό, η διάφανη γυναίκα, η ανήσυχη που δεν ησυχάζει, που βρίσκεται σε συνεχή κίνηση σαν για να μπερδέψει την αταξία που την κυριαρχεί, «θλιμμένη και χωρίς σημασία», όπως σημειώνει στο τετραδιάκι της, με δυσκολία κάθεται στο πλευρό της. Ο βιβλιοπώλης Βολλάρ αναλαμβάνει να της μιλά μέσα στο αφτί, στο υποσυνείδητο μήπως και ανοίξει τα μάτια. Στ’ αλήθεια δεν της μιλά, της απαγγέλλει σελίδες λογοτεχνίας, της διαβάζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Αποτελεί φαινόμενο μνήμης, από μικρός. Αναγνωρίζει τα σώματα των βιβλίων με ένα απλό κοίταγμα, του έρχονται στο νου όσο παλιές και να είναι οι αναγνώσεις του, παρέα με τις μυρωδιές των στοιχειοθετημένων χαρτιών, οι εικόνες των διάστικτων σελίδων. Ο γιγάντιος κοκκινοτρίχης αναγνώστης Βολλάρ, τότε, αυτόματα ανακαλεί το περιεχόμενο των βιβλίων. Ξέρει ιστορίες βιβλίων που έσωσαν ανθρώπους, όταν βλέπει καινούργια βιβλία τον πιάνει λαιμαργία να τα καταβροχθίσει, ανοίγει τα κιβώτια με ασίγαστη πείνα.
Μέσα από τις ιστορίες μοναξιάς του Βολλάρ, της Τερέζα Μπλασό, της μικρής Εύας, της βοηθού στο βιβλιοπωλείο κυρίας Πελαγίας, του άλλοτε πολύ φανερού άλλοτε στην σκιά αφηγητή, ξεσκεπάζεται ένα άλλο είδος ανάγνωσης, ένας διαφορετικός ρόλος [που δεν περιλαμβάνεται ούτε καν στην Αναγνώστρια Βιβλία για βιβλία 31]. Δεν ταιριάζει σε κανένα είδος: ανάγνωση ταξίδι, ανάγνωση ευχαρίστηση, λήθη, μοίρασμα, αγάπη… Το επαγγελματικό στο οποίο επιδίδεται η Πελαγία, πολύ γλήγορο, διαγώνιο, χωρίς καμιά ιδιαίτερη προτίμηση, έτσι για να είναι σε θέση να απαντήσει στις ερωτήσεις των πελατών.
Ακόμα και για τον βιβλιοπώλη Βολλάρ είναι μια αποκάλυψη. Αυτός με το τρελό, αδιάκοπο διάβασμά του ανακάλυπτε τις πληγές των άλλων (των συγγραφέων). Το διάβασμα ήταν η επίσκεψη στις βαθύτερες και κατάμαυρες σκοτεινές πληγές. Διάβαζε κραυγές ακόμα και στις πιο δεξιοτεχνικά καλοφτιαγμένες προτάσεις, ολημερίς δημόσια και τις νύχτες που τον χτυπούσε η ξαγρύπνια. Διάβαζε τις κραυγές των άλλων για να σιγάσει τις δικές του. Άφηνε να τον τραβάνε εκείνες για να μην ακούει τους ήχους του κεφαλιού του.
Το μεγαλόφωνο διάβασμα, οι απαγγελίες στην μοναχούλα (πολλοί άνθρωποι μοναχούλιδες κείτονται) χρησίμευε σε κάτι διαφορετικό. Ένα κομπολόι λέξεων γραμμένων που χτυπάνε η μία πάνω στην άλλη, μετά την άλλη, με φωνή να τρυπώνει στους πόρους των αφτιών, του δέρματος, να γλιστρά, να γιατρεύει, να κρατάει στη ζωή. Και η μοναχούλα επανέρχεται, σιωπηλή και εύθραυστη.
Το βιβλιοπωλείο «το ρήμα είναι» ανήκει στην κατηγορία των βιβλιοπωλείων που συνδυάζει την αφόρητη ακαταστασία με την επιμελημένη τάξη που επιτρέπει να εντοπίζονται οι τίτλοι. Εμπόριο βιβλίων μικρής κλίμακας, με την προσωπικότητα του βιβλιοπώλη διάχυτη. Όταν παίρνει φωτιά, σιγοκαίγεται, όλα καταστρέφονται και τα βιβλία μουλιάζουν στα νερά και τα άλλα υγρά των πυροσβεστών. Καταστρέφεται άδοξα πριν ρημάξει εντελώς.
Και πάλι με πήρε από το χέρι το λαγωνικό, δίνοντάς μου αυτό το δικό του βιβλίο, με το όνομά του στην πρώτη λευκή σελίδα, όπως συνηθίζει να κάνει, μαζί με την ημερομηνία απόκτησης. Αντίτυπο που, όπως όλα του τα βιβλία, είναι διαβασμένο με μια ειδική προσοχή. Με το βλέμμα να αχνοακουμπάει στην εσωτερική πλευρά των σελίδων καθώς δεν ανοίγει, η ράχη δεν έχει υποστεί καμία πίεση. Αν και μοιάζει απάτητο, αραιά και που, να, σταθερές μολυβένιες υπογραμμίσεις. Ακράδαντα σημάδια της επίσκεψή του. Ίσως και εγώ να υπογράμμιζα εκεί, ίσως πάλι αλλού, λίγο πιο πάνω, πιο μετά. Και πάντως, όχι τόσο έντονα, πιο αχνά, αδιόρατα, να μην προδοθώ. Με ενθαρρύνει να κάνω τις δικές μου σημάνσεις. Διστάζω, αφήνω ίχνη ακόμα πιο μυστικά. Θα το επιστρέψω με έναν μικρό λεκέ στο οπισθόφυλλο, δεν σβήνεται, και ντρέπομαι. Θα το πω πριν το δει.
Σήμερα τελευταία Κυριακή του Καλοκαιριού του 2008.
Κυριακή 24 Αυγούστου 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 45

Suzanna Tamaro, Χαρτοφοβία, εικονογράφηση Τζοβάννι Μάννα, μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2003, 2004, 53 σ.
Σύγχρονη Λογοτεχνία για παιδιά και νέους, Συλλογή Μικρά Σπουργιτάκια 5, για παιδιά από 5 ετών.
Το βιβλίο είναι περπατημένο. Πρωτοκυκλοφόρησε στην γλώσσα του, τα ιταλικά, το 1994, έχει κάνει δύο εκδόσεις στα ελληνικά και η μετάφρασή του επιδοτήθηκε από το πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θέμα του, το διάβασμα και τα θετικά του. Υπάρχει όμως, ένα ζήτημα. Το διάβασμα αποτελεί, ξανά, αξία που θα πρέπει να κατακτηθεί.
Ο Λεοπόλδος είναι οκτώ χρονών και οι γονείς του τον βομβαρδίζουν με τόνους βιβλίων που τον ζαλίζουν. Καθόλου δεν τα θέλει, καθώς ποτέ δεν τα είχε επιθυμήσει. Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια που ζητούσε και ποτέ δεν λάμβανε ήταν το όνειρό του. Ο ψυχολόγος που επισκέπτονται κάνει την διάγνωσή του, «χαρτοφοβία». Ασθένεια, στα όρια της επιδημίας, της εποχής μας που εξαπλώνεται συνεχώς. Υπεύθυνοι είναι η τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια (δεν είχε διαδοθεί το διαδίκτυο ακόμα όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, ειδάλλως σίγουρα θα το συμπεριλάμβανε και αυτό ο καλός γιατρός). Απειλητικά βιβλία βρίσκουν τον Λεοπόλδο αφύλαχτο στον ύπνο του. Χάρτινοι όγκοι τον καταδιώκουν για να τον συνθλίψουν. Οι γονείς ακολουθούν τις συμβουλές του γιατρού, μετέρχονται και άλλων μεθόδων –της ομοιοπαθητικής, δηλαδή αποκλειστικά και μόνο και περισσότερα επιπλέον βιβλία. Ο Λεοπόλδος υποφέρει, απλά δεν μπορεί.
Η επικοινωνία χρειάζεται κανάλια, κάποια, έστω και στενά, για να κυκλοφορήσουν τα μηνύματα. Η επικοινωνία γίνεται όχι μόνο με λόγια αλλά και με μη λόγια, με κινήσεις, με ερωτήσεις, με συγκρίσεις. Χωρίς συνεννόηση, οι άνθρωποι ωθούνται στο κλείσιμο, την απόσταση, μέχρι την απελπισία που δεν είναι και ο σωστός οδηγός. Συμβαίνει και εκεί που οι άνθρωποι νοιάζονται. Οι παρεξηγήσεις δεν οφείλονται σε έλλειψη ενδιαφέροντος γιατί οι γονείς του Λεοπόλδου ενδιαφέρονται με τον τρόπο τους, μα έλα που ο τρόπος τους δεν είναι ο τρόπος του Λεοπόλδου. Το ίδιο ισχύει και για τα δώρα. Ισορροπία του δώρου είναι από την μια να εκφράζει εμάς που το προσφέρουμε και από την άλλη να προκαλεί ευχαρίστηση σε αυτόν που το λαμβάνει. Δεν είναι αυτονόητο ότι ό,τι αρέσει σε εμάς αρέσει και στον δωροδέκτη, ακόμα και αν πρόκειται για κοντινό μας άνθρωπο. Το δώρο προσφέρει μια επικοινωνία αν μέσα του κλείνει ένα μέρος από εμάς και μια σκέψη προς τον παραλήπτη.
Οι απαντήσεις που παίρνει ο Λεοπόλδος στην ερώτησή του «γιατί πρέπει να διαβάζουμε», δεν τον ικανοποιούν. «Όποιος διαβάζει κατέχει το νόημα και έχει δύναμη», «γιατί είναι σπουδαίο πράγμα», «γιατί κάνει το μυαλό να δουλεύει», «μας αλλάζει», «χωρίς βιβλία δεν υπάρχει επιτυχία». Οι θεωρίες είναι καλές και άγιες αλλά αν δεν σου κάνουν, απλά δεν σου κάνουν. Δεν φτάνουν από μόνες τους.
Ο Λεοπόλδος αποφασίζει να το σκάσει. Η περιπέτειά του θα δώσει την λύση του θέματος. Στο πάρκο συναντά έναν τυφλό σοφό γερούλη, ο οποίος του διηγείται την ναυτική ζωή του που μας θυμίζει ένα μπέρδεμα πολλών κλασικών βιβλίων. Ο Λεοπόλδος μαγνητίζεται. Ο γερούλης δεν έχει καταφέρει να διαβάσει το τέλος ενός βιβλίου, του Αστροταξιδευτή και ζητά την συνδρομή του Λεοπόλδου που πάλι δυσκολεύεται να διαβάσει στο βιβλιοπωλείο. Η πωλήτρια επισημαίνει ότι έχει ξεχάσει τα γυαλιά του! Δεν μπορούσε να διαβάσει!
Το ζήτημα δεν ήταν θεωρητικό. Ήταν πρακτικής φύσης. Είναι φορές που ενώ θέλουμε δεν, για λόγους άλλους. Είναι οι συνθήκες τέτοιες και θα πρέπει να επέμβουμε σε αυτές και όχι στην θεωρία.
Τελικά, ένας τυφλός άγνωστος με κατανόηση ανακαλύπτει την αιτία που έδιωχνε τον Λεοπόλδο από το γραμμένο χαρτί, της χαρτοφοβίας του, ίσως να μην είναι άσχημη ιδέα να ακούμε και άλλους ανθρώπους. Τελικά, ο γερούλης δεν ήταν ναυτικός αλλά νυχτοφύλακας που γέμιζε τις ώρες του με ταξίδια και ιστορίες που γνώρισε και αναγνώρισε ο Λεοπόλδος. Τελικά, το διάβασμα κέρδισε και τον οχτάχρονο ήρωά μας που χρειαζόταν ένα ζευγάρι γυαλιά!
Τελευαία ημέρα των Ολυμπιακών Αγώνων, σήμερα.
Σύγχρονη Λογοτεχνία για παιδιά και νέους, Συλλογή Μικρά Σπουργιτάκια 5, για παιδιά από 5 ετών.
Το βιβλίο είναι περπατημένο. Πρωτοκυκλοφόρησε στην γλώσσα του, τα ιταλικά, το 1994, έχει κάνει δύο εκδόσεις στα ελληνικά και η μετάφρασή του επιδοτήθηκε από το πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θέμα του, το διάβασμα και τα θετικά του. Υπάρχει όμως, ένα ζήτημα. Το διάβασμα αποτελεί, ξανά, αξία που θα πρέπει να κατακτηθεί.
Ο Λεοπόλδος είναι οκτώ χρονών και οι γονείς του τον βομβαρδίζουν με τόνους βιβλίων που τον ζαλίζουν. Καθόλου δεν τα θέλει, καθώς ποτέ δεν τα είχε επιθυμήσει. Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια που ζητούσε και ποτέ δεν λάμβανε ήταν το όνειρό του. Ο ψυχολόγος που επισκέπτονται κάνει την διάγνωσή του, «χαρτοφοβία». Ασθένεια, στα όρια της επιδημίας, της εποχής μας που εξαπλώνεται συνεχώς. Υπεύθυνοι είναι η τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια (δεν είχε διαδοθεί το διαδίκτυο ακόμα όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, ειδάλλως σίγουρα θα το συμπεριλάμβανε και αυτό ο καλός γιατρός). Απειλητικά βιβλία βρίσκουν τον Λεοπόλδο αφύλαχτο στον ύπνο του. Χάρτινοι όγκοι τον καταδιώκουν για να τον συνθλίψουν. Οι γονείς ακολουθούν τις συμβουλές του γιατρού, μετέρχονται και άλλων μεθόδων –της ομοιοπαθητικής, δηλαδή αποκλειστικά και μόνο και περισσότερα επιπλέον βιβλία. Ο Λεοπόλδος υποφέρει, απλά δεν μπορεί.
Η επικοινωνία χρειάζεται κανάλια, κάποια, έστω και στενά, για να κυκλοφορήσουν τα μηνύματα. Η επικοινωνία γίνεται όχι μόνο με λόγια αλλά και με μη λόγια, με κινήσεις, με ερωτήσεις, με συγκρίσεις. Χωρίς συνεννόηση, οι άνθρωποι ωθούνται στο κλείσιμο, την απόσταση, μέχρι την απελπισία που δεν είναι και ο σωστός οδηγός. Συμβαίνει και εκεί που οι άνθρωποι νοιάζονται. Οι παρεξηγήσεις δεν οφείλονται σε έλλειψη ενδιαφέροντος γιατί οι γονείς του Λεοπόλδου ενδιαφέρονται με τον τρόπο τους, μα έλα που ο τρόπος τους δεν είναι ο τρόπος του Λεοπόλδου. Το ίδιο ισχύει και για τα δώρα. Ισορροπία του δώρου είναι από την μια να εκφράζει εμάς που το προσφέρουμε και από την άλλη να προκαλεί ευχαρίστηση σε αυτόν που το λαμβάνει. Δεν είναι αυτονόητο ότι ό,τι αρέσει σε εμάς αρέσει και στον δωροδέκτη, ακόμα και αν πρόκειται για κοντινό μας άνθρωπο. Το δώρο προσφέρει μια επικοινωνία αν μέσα του κλείνει ένα μέρος από εμάς και μια σκέψη προς τον παραλήπτη.
Οι απαντήσεις που παίρνει ο Λεοπόλδος στην ερώτησή του «γιατί πρέπει να διαβάζουμε», δεν τον ικανοποιούν. «Όποιος διαβάζει κατέχει το νόημα και έχει δύναμη», «γιατί είναι σπουδαίο πράγμα», «γιατί κάνει το μυαλό να δουλεύει», «μας αλλάζει», «χωρίς βιβλία δεν υπάρχει επιτυχία». Οι θεωρίες είναι καλές και άγιες αλλά αν δεν σου κάνουν, απλά δεν σου κάνουν. Δεν φτάνουν από μόνες τους.
Ο Λεοπόλδος αποφασίζει να το σκάσει. Η περιπέτειά του θα δώσει την λύση του θέματος. Στο πάρκο συναντά έναν τυφλό σοφό γερούλη, ο οποίος του διηγείται την ναυτική ζωή του που μας θυμίζει ένα μπέρδεμα πολλών κλασικών βιβλίων. Ο Λεοπόλδος μαγνητίζεται. Ο γερούλης δεν έχει καταφέρει να διαβάσει το τέλος ενός βιβλίου, του Αστροταξιδευτή και ζητά την συνδρομή του Λεοπόλδου που πάλι δυσκολεύεται να διαβάσει στο βιβλιοπωλείο. Η πωλήτρια επισημαίνει ότι έχει ξεχάσει τα γυαλιά του! Δεν μπορούσε να διαβάσει!
Το ζήτημα δεν ήταν θεωρητικό. Ήταν πρακτικής φύσης. Είναι φορές που ενώ θέλουμε δεν, για λόγους άλλους. Είναι οι συνθήκες τέτοιες και θα πρέπει να επέμβουμε σε αυτές και όχι στην θεωρία.
Τελικά, ένας τυφλός άγνωστος με κατανόηση ανακαλύπτει την αιτία που έδιωχνε τον Λεοπόλδο από το γραμμένο χαρτί, της χαρτοφοβίας του, ίσως να μην είναι άσχημη ιδέα να ακούμε και άλλους ανθρώπους. Τελικά, ο γερούλης δεν ήταν ναυτικός αλλά νυχτοφύλακας που γέμιζε τις ώρες του με ταξίδια και ιστορίες που γνώρισε και αναγνώρισε ο Λεοπόλδος. Τελικά, το διάβασμα κέρδισε και τον οχτάχρονο ήρωά μας που χρειαζόταν ένα ζευγάρι γυαλιά!
Τελευαία ημέρα των Ολυμπιακών Αγώνων, σήμερα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
