Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 36

Στον Spyro
που προσκάλεσε το βιβλίο στην στήλη

Γιοστέιν Γκάαρντερ-Κλάους Χάγκερουπ, Η Μαγική Βιβλιοθήκη, μετάφραση Ιάκωβος Κόπερτι, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, Αθήνα 2002, 299 σ.
σειρά: Ξένη Λογοτεχνία


Η Μαγική Βιβλιοθήκη, ο τίτλος του βιβλίου είναι σαν να μας κεντρίζει με διάφορες ερωτήσεις, όπως «ποια είναι αυτή η μαγική βιβλιοθήκη, τι την κάνει μαγική, πόσο μαγική μπορεί να είναι και ως προς τι, πώς μοιάζει, πού βρίσκεται…». Και αυτόματα σκέφτομαι ότι όλες οι βιβλιοθήκες, μεγάλες-μικρές, και η δική μου ακόμα, είναι μαγικές. Γιατί έχουν την ιστορία τους, κλείνουν χαρές και λύπες, δημιουργούν χώρους με μαγεία που γεύεται ο καθένας στα κρυφά ή στα φανερά, προκαλούν τους αναγνώστες σε όρια πέρα από την πραγματικότητα. Γιατί φτιάχνουν μικρο-ιστορίες στο χτίσιμό τους. Κάθε βιβλίο μια διαδρομή επιλογής, εισαγωγής και ανάγνωσης έως ότου σκαρφαλώσει στο ράφι. Κάθε αντίτυπο γίνεται ξεχωριστό, κάτι σαν την αλεπού του Μικρού Πρίγκιπα, πολλές αλεπούδες που λένε μας ιστορίες γνωστές και άγνωστες, παλιές αφηγημένες με άλλο κέφι κάθε φορά, λησμονημένες, αλλαγμένες, παραλλαγμένες, πύλες πρόσβασης…
Τελικά, τι είναι τα μάγια αν δεν είναι οι υπερβάσεις που κάνουν το αδύνατο πραγματικότητα; Δυνατές επιθυμίες που ανατρέπουν, πίστη σε φαινομενικά ανεφάρμοστες ιδέες, επίμονο σθένος (κόλλημα). Δεν πιάνουν πάντα, ίσως και ποτέ, μάλλον ποτέ, μα βοηθάνε να ζει κανείς μια μαγική περιπέτεια σαν έφηβος, όπως τα ξαδέλφια από την Νορβηγία, την Μπέριτ και τον Νιλς.

Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται «Το βιβλίο των επιστολών» και το δεύτερο λέγεται «Η Βιβλιοθήκη». Δυο εντελώς ξέχωρες γραφές. Η πρώτη επιστολική
η δεύτερη αφηγηματική, και το βιβλίο παίζει με πολλά είδη γραφής εκτός από τα δηλωμένα: θεατρικό, γραφές μέσα στην γραφή, σχολικές εκθέσεις, αποσπάσματα από τον τύπο, σενάριο για βίντεο.
Τα δυο ξαδέλφια στο πρώτο μέρος επικοινωνούν γράφοντας ο ένας στον άλλο. Παρακολουθούν και παρακολουθούνται από την μυστηριώδη βιβλιοθηκάριο με το ρυθμικό μπουμπουνιστό όνομα Μπίμπι Μπόκεν και προσπαθούν να εξηγήσουν τις κινήσεις της που τους φαίνονται από περίεργες έως ύποπτες. Παντού οσμίζονται κινδύνους, απειλές, το μυστήριο να τους κυκλώνει, σαν γνήσιοι ανήσυχοι και ευφάνταστοι έφηβοι. Ως ντετέκτιβ, προσπαθούν να δώσουν ευλογοφανείς –προς το τρομαχτικό– εξηγήσεις σε αυτά που παρατηρούν και στην προσπάθειά τους μαθαίνουν για τον κόσμο των βιβλίων και των βιβλιοθηκών, εκφράζονται μέσα από την ποίηση, ανταλλάσσουν σκέψεις για την φύση των πραγμάτων (είναι το ίδιο πράγμα φαντασία και ψέμα, είναι οι συγγραφείς κατά συρροή ψεύτες, στους αναγνώστες αρέσουν εντέλει τα ψέματα). Γράφει η Μπέριτ «Ξέρουμε πάντα μόνο ό,τι ξέρουμε. Θα ήταν φριχτό ξαφνικά να ξέραμε περισσότερα. Γιατί πώς θα τα ξέραμε;» Και ο Νιλς αισθάνεται ότι όταν γράφει τα πράγματα ξεκαθαρίζουν μέσα του «όταν γράφω σκέφτομαι καλύτερα απ’ ό,τι όταν μιλώ.»
Αναρωτιούνται τι είναι η Μαγική Βιβλιοθήκη: είναι εκδοτική σειρά, εκδόσεις, ένα συγκεκριμένο βιβλίο που έχει εκδοθεί ή πρόκειται να εκδοθεί, το κωδικό όνομα σπείρας βιβλιοκλεφτών, ένας υπόγειος χώρος φύλαξης βιβλίων, ίσως κάτω από τον πάγο ίσως μέσα σε ένα βουνό, ένα θησαυροφυλάκιο-βιβλοθήκη.
Στο δεύτερο μέρος το μυστήριο λύνεται, οι αναζητήσεις προσγειώνονται, η πραγματικότητα κυριαρχεί. Η βιβλιοθήκη υπάρχει, ξεναγούνται σε αυτήν, εξοικειώνονται με τις εικόνες παλαιών βιβλίων, αρχετύπων, την ιστορία του βιβλίου, το χαρτί και τα άλλα υλικά γραφής, την καλλιγραφία, τα τυπογραφικά στοιχεία, τον χρυσοχόο Γουτεμβέργιο και την Βίβλο του, τα προβλήματα στέγασης των εντύπων και των άλλων μορφών αποθήκευσης πληροφοριών όπως οι ταινίες, οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, το στεγαστικό της Εθνικής Βιβλιοθήκης, οι συνθήκες φύλαξης, για να καταλήξουν στον τρόπο προώθησης βιβλίων στο σύγχρονο κόσμο μέσα από ετήσια αφιερώματα.
«…όταν ανοίγω ένα βιβλίο, βλέπω μια ακρούλα του ουρανού… όσα διαβάζω κάνουν τον κόσμο μεγαλύτερο αλλά διευρύνουν και τους δικούς μου ορίζοντες...», ο φανταστικός και μαγικός κόσμος των βιβλίων με τις απέραντες δυνατότητές τους που γεννιούνται κάθε λεπτό σε όλο την γη, συνολικά. Αισιοδοξία.

Γραμμένη η ιστορία της Μαγικής Βιβλιοθήκης από δυο συγγραφείς, από τους οποίους ο ένας είναι ο Γιοστέιν Γκάαρντερ που ξεκίνησε την συγγραφική του καριέρα με ένα μυθιστόρημα που μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες (συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής) και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, τον Κόσμο της Σοφίας. Εκτός από την αγάπη του για τα βιβλία, έχει και αδυναμία στο μυστήριο και την μαγεία, όπως φαίνεται από τους τίτλους άλλων βιβλίων του, παιδικών και μη (Το Μυστήριο της Τράπουλας, Το Μυστήριο των Χριστουγέννων, Μάγια, το θαύμα τη ζωής,…). Και εγώ διαλέγω να πιστεύω στην μαγεία των ανθρώπων έστω και αν… Διαλέγω να μαθαίνω, και διαλέγω να ξεχνάω…

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 35


Γουσταύος Φλωμπέρ, Βιβλιομανία και ένα σχεδίασμα μυθιστορήματος: Η Σπείρα, εισαγωγή-μετάφραση Ε.Χ. Γονατάς, εκδ. β΄, Στιγμή, Αθήνα 2001, 89 σ.

Βιβλιομανής χαρακτηρίζεται είτε ο μανιώδης συλλέκτης βιβλίων είτε ο εξίσου μανιώδης αναγνώστης βιβλίων, ο βιβλιοφάγος, ο βιβλιολάτρης, ή η βιβλιόψειρα. Ο βιβλιόφιλος είναι πιο ισορροπημένος στην έκφραση της αγάπης του προς τα βιβλία. Ενώ βιβλιομανία είναι η με μανία ενασχόληση με πολύτιμα, σπάνια ή ιδιαίτερα βιβλία, μια μονόδρομη τρέλα που κατατρέχει όποιον έχει προσβληθεί από το μικρόβιό της. Βρίσκεται πολλές κλίμακες πάνω από τον συλλέκτη βιβλίων, τον βιβλιοσυλλέκτη που είναι συστηματικός, ενημερωμένος και οργανωμένος αλλά δεν φτάνει σε σημεία ολικής παράκρουσης προκειμένου να ικανοποιήσει τον συλλεκτικό του πόθο. Και ενώ η βιβλιοκλοπή είναι φαινόμενο διόλου ασυνήθιστο, ο φόνος για την απόκτηση βιβλίων παρατηρείται σπανιότερα. Η στήλη ξεκίνησε με ένα τέτοιο βιβλίο που περιλαμβάνει δύο extreme περιπτώσεις φονέων για χάρη βιβλίων (Βιβλία για βιβλία 1: Κλάας Χούιτσινγκ, Ο Βιβλιοφάγος: τελικά κάνει καλό το διάβασμα, μυθιστόρημα, 2003).

Βιβλιαράκι μικρούτσικο από το οποίο και πάλι μόνο ένα μέρος αναφέρεται στην υπερβολική προσήλωση στα βιβλία. Έως την σελίδα 30, ο λόγιος μεταφραστής μας βάζει στην ζωή, το έργο και το πνεύμα του Γ. Φλωμπέρ (1821-1880) και από την σελίδα 76 βρίσκεται το σχεδίασμα ενός μυθιστορήματος, της Σπείρας. Το κεντρικό μέρος πιάνει η Βιβλιομανία (σ.31-75), δείγμα νεανικής γραφής του Φλωμπέρ. Γραμμένο το 1836, από τα πρώτα διηγήματα του δεκαπεντάχρονου Φλωμπέρ, βασίζεται στην πραγματική ιστορία του Ισπανού μοναχού δον Βισέντε, φύλακα μοναστηριακής βιβλιοθήκης στην βορειοανατολική Ισπανία, την Ταρραγκόνα, που διέπραξε οκτώ φόνους την δεκαετία του 1830, οδηγημένος από την εμμονή του για τα βιβλία. Πολλά από τα πραγματικά γνωστά γεγονότα (το επεισόδιο της δημοπρασίας, η πυρκαγιά, κλπ) δίνονται με παραστατικότητα στο διήγημα αλλά ο Φλώμπέρ επεξεργάζεται το πάθος του καλόγερου-παλαιοπώλη και το τέλος της ιστορίας διαφέρει στην λεπτομέρεια.

Ο Βιβλιομανής του Φλωμπέρ είναι πρόσωπο αντιφατικό: ένας πρώην καλόγερος, άνθρωπος της Βίβλου, του κυρίαρχου δηλαδή βιβλίου, ο οποίος όμως μετά βίας κατέχει την τεχνική της ανάγνωσης, γεγονός εντυπωσιακό μα όχι τόσο ασυνήθιστο σε περασμένες εποχές. Η αντίθεση αυτή, εύρημα του συγγραφέα, τονίζει την νοσηρότητα του πάθους. Η περιγραφή της σχέσης του με τα βιβλία έντονη: «… έπαιρνε ένα, το πιο παλιό, το πιο φθαρμένο, το πιο λερωμένο, κοίταζε με αγάπη και αγαλλίαση την περγαμηνή του, οσμιζόταν τη αγία και ιερή σκόνη του· ύστερα τα ρουθούνια του φούσκωναν από χαρά και περηφάνεια, κι ένα χαμόγελο χάραζε στα χείλη του.» Αυτός ο πρώην καλόγερος γίνεται παλαιοβιβλιοπώλης, όπως έγινε και ο δον Βισέντε. Τον ονομάζει Τζιάκομο, αν και 30 ετών πρόωρα γερασμένος, σιωπηλός και ακοινώνητος, ζει στην Βαρκελώνη περιτριγυρισμένος από βιβλία που αποχωρίζεται με δυσκολία. Αγοράζει περισσότερα από όσα πουλά. Αφοσιωμένος όχι στο περιεχόμενό τους, το μυστικό της γνώσης και την αξία των αισθημάτων, «… αυτό που αγαπούσε… ήταν η μορφή και η έκφρασή της· αγαπούσε ένα βιβλίο, επειδή ήταν βιβλίο, αγαπούσε τη μυρωδιά του, το σχήμα του, τον τίτλο του…», την αντικειμενική του υπόσταση.

Ο βιβλιομανής Τζιάκομο του Φλωμπέρ είναι αθώος, θύμα συγκυριών: ο εφημέριος πεθαίνει από πυρετό, η φωτιά ξεσπά ανεξάρτητα ενώ ο δον Βισέντε ήταν ο ένοχος που ομολόγησε μόνο όταν διασφάλισε ότι η βιβλιοθήκη του θα προστατευόταν ανεξάρτητα από την ποινή που θα του επιβαλλόταν –ο Τζιάκομο δηλώνει ότι επιθυμεί η βιβλιοθήκη του να δοθεί «στον άνθρωπο που είχε τα περισσότερα βιβλία στην Ισπανία». Στο δικαστήριο που τον καταδίκασε σε θάνατο ο δον Βισέντε είπε ότι δεν ήταν κλέφτης –χρήματα ποτέ δεν πήρε– και στην ερώτηση αν είχε μετανιώσει για τις δολοφονίες που είχε διαπράξει, απάντησε «Όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν κάποτε, αλλά τα καλά βιβλία πρέπει να διατηρηθούν». Ο δικηγόρος υπεράσπισης του δον Βισέντε χρησιμοποίησε το επιχείρημα ότι η επίμαχη πρώτη έκδοση δεν ήταν μοναδική αφού σωζόταν και ένα αντίτυπο στην Γαλλία, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να συντριβεί, και μέχρι την ημέρα της εκτέλεσής του να μονολογεί «Το αντίτυπό μου δεν ήταν μοναδικό». Ο δικηγόρος του Τζιάκομο προσκόμισε στο δικαστήριο ένα δεύτερο αντίτυπο, ο Τζιάκομο αφού το ψηλαφίζει, το πετάει «Είπατε ψέματα, κύριε συνήγορε! Καλά σας έλεγα πως ήταν το μοναδικό στην Ισπανία!». Η αγωνία του μοναδικού, του σπάνιου, του συλλέκτη.

Και στα πάθη που έχουν γεννήσει, εξακολουθούν να προκαλούν τα βιβλία και τις συζητήσεις για το μέλλον τους και την μορφή διάδοσης του γραπτού λόγου πού ακριβώς τοποθετούμαστε εμείς, πόσο τα υπηρετούμε, με ποιο τελικό σκοπό…

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 34


Πατρίτσια Καρράνο, Το Ρόδο της Βενετίας: η συγκλονιστική ιστορία της γυναίκας που πρώτη πήρε πτυχίο, μετάφραση Ζ. Ζαρωμένου, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001, 286 σ.
σειρά: σταθμός στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Όταν έπιασα να διαβάσω το Ρόδο της Βενετίας (με προτροπή του λαγωνικού για μια φορά ακόμα), το έκανα για διάλειμμα από την στοχευμένη βιβλιοανάγνωση του τελευταίου καιρού. Να αλλάξω λίγο θέμα, να ξεφύγω από τα βιβλιοβιβλία, έτσι για χαλάρωση. Μέγα λάθος και πλάνη γιατί και πάλι μέσα στα κόσμο του γραμμένου χαρτιού έπεσα. Πάλι σαν μαγνητισμένα τα αναγνωστικά μου βήματα σε ίδιο μονοπάτι με έριξαν. Άραγε τυχαία ή η ματιά μου έχει πορωθεί και αναγνωρίζει συγκεκριμένα πρίσματα;
Μια μυθιστορηματική βιογραφία που δεν είναι ξεκάθαρα για βιβλία αλλά είναι παντελώς μέσα στο κλίμα των βιβλίων, της κατάκτησης της γνώσης, της μάθησης. Αναδιπλώνεται η ζωή της Βενετσιάνας Έλενας Λουκρητίας Κορνάρο Πισκόπια που έζησε τον 17ο αιώνα, αφιέρωσε την ζωή της στην μελέτη για να είναι η πρώτη γυναίκα να κατακτήσει πτυχίο –φιλοσοφίας– από το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Αποτυπώνεται η εποχή, οι κοινωνικοί κανόνες της –περιοριστικοί κατά κανόνα για τα μέλη της–, ένας κόσμος σε αναβρασμό, πολέμους, μετακινήσεις, αναζητήσεις, αλλαγές.
Δυο στοιχεία ξεχωρίζω για να τραβήξω αυτό το βιβλίο και να το εντάξω στην στήλη. Το πρώτο έχει να κάνει με την ιστορία και την σημασία των ιδιωτικών βιβλιοθηκών. Αποστολή του πολυμαθή Άραβα Ομαρ ιμπν Αλ Φαρίντ, απεσταλμένο του Ισπανού Ολιβάρες είναι να επισκεφθεί ιδιωτικές βιβλιοθήκες και να καταγράψει το περιεχόμενό τους. Έτσι επισκέπτεται την Κόρντοβα με σκοπό να εντοπίσει τι απέγιναν οι 70 βιβλιοθήκες που υπήρχαν περί το 900 επί αραβικής κυριαρχίας, επισκέφθηκε την Βενετία να δει από κοντά την τριών γενεών βιβλιοθήκη των Κορνάρο Πισκόπια, και θα συνέχιζε τις επισκέψεις του στην Ρώμη. Στην Βενετία θαύμασε την δημόσια βιβλιοθήκη της Γαληνοτάτης, την Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, που σύμφωνα με διάταγμα του 1603 υποχρέωνε του τυπογράφους να παραδίδουν την πρώτη έκδοση κάθε βιβλίου που τύπωναν βιβλιοδετημένο σε περγαμηνή, αγόραζε βιβλία εκτός των συνόρων της επικράτειάς της και έμενε ανοιχτή στο κοινό τρεις μέρες την εβδομάδα. Οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες που περιλάμβαναν εκτός από χειρόγραφα και έντυπες εκδόσεις, στήριξαν αποφασιστικά την τυπογραφία. Τους τρόπους λειτουργίας της Μαρκιανής και της διακίνησης βιβλών στις ιδιωτικές, αφήνω ασχολίαστους όσον αφορά το έλλειμμα παράδοσής μας στον τομέα που ήρθε αργοπορήμένα και ακόμα προσπαθεί να φτάσει και να εδραιωθεί ουσιαστικά.
Το άλλο στοιχείο έχει να κάνει με τις αναφορές που γίνονται για την θεματική ταξινόμηση βιβλίων που ανήκουν σε συγκροτημένες συλλογές και τα ερωτήματα που γεννιούνται από την ανάγκη κατηγοριοποίησης της γνώσης και κατ’ επέκταση των επιστημών. Η τάξη αυτή αποτελεί την βάση του οικοδομήματος των ανθρώπινων πνευματικών κατακτήσεων. Ο Ομαρ ιμπν Αλ Φαρίντ διατυπώνει την άποψη ότι είναι απαραίτητο να κατανοηθεί ο τρόπος κατάταξης της γνώσης του παρελθόντος προκειμένου να ταξινομηθεί η σύγχρονη και μελλοντική γνώση (σ. 145). Αναφέρει ότι δεν γνωρίζουμε τον τρόπο κατάταξης στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (αν και χοντρικά το ξέρουμε: τα ιστορικά-πίνακες, τα παπύρινα και τα ξένα) και επισημαίνει ότι «ένα βιβλίο που δεν βρίσκεται δίπλα στα όμοιά του σε σχέση με την εποχή, τη γλώσσα και τη φιλοσοφία του, είναι μοναχικό και έρημο, όπως ένας άνθρωπος μακριά από την οικογένειά του ή την πατρίδα του…», και αναρωτιέται «Με ποιο λοιπόν σύστημα είναι δυνατόν να τις [οικογένειες της γνώσης] κατατάξει κανείς, ποιο κριτήριο είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσει ώστε το ένα βιβλίο να μπορεί να διαδεχθεί το άλλο στη σκέψη του μελετητή.» Το ερώτημα της ταξινόμησης και παρουσίασης της γνώσης είναι καίριο. Είναι άμεση αντανάκλαση των τρόπων της κάθε εποχής, αυτών που κουβαλά, φέρνει σταδιακά ή ανατρέπει, όπως έγινε με τους Εγκυκλοπαιδιστές για παράδειγμα (βλ. Βιβλία για βιβλία 22). Ακόμα και αν σήμερα οι φυλές των βιβλίων μπορεί να μην στέκονται στα ράφια μαζί, και ενώνονται με τους αλγορίθμους των ηλεκτρονικών καταλόγων.
Η Έλενα Λουκρητία η Σχολαστική αναγνωρίστηκε, όντας μέλος του Πανεπιστημίου έκρινε άλλους για τις γνώσεις τους, και θαυμάστηκε από τους σύγχρονούς της, η φήμη της έφθασε έως την Γαλλία, στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Μαζί με άλλες λιγοστές γυναίκες διεκδίκησαν κομμάτια έως τότε κλειστά και απαγορευμένα, μόνες ή με την συμπαράσταση της οικογένειάς του, πάντως όχι χωρίς κόστος.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 33


Charle M. Schultz, Αγαπητέ μου εκδότη…: οδηγός επιβίωσης για επίδοξους συγγραφείς, Ερευνητές, 2008, 94 σ.

Ολόφρεσκο ψαρεμένο από την Έκθεση του Βιβλίου στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, το πρώτο κόμικς της στήλης Βιβλία για βιβλία. Δεν απευθύνεται ούτε σε μικρούς ούτε σε μεγάλους μα είναι φτιαγμένο για όλους, κυρίως για όσους θέλουν να χαμογελάσουν με την διαδικασία της γραφής και της δημοσίευσης, να την πάρουν χαλαρά και ανάλαφρα (ίσως πάλι που το σκέφτομαι όχι και τόσο χαλαρά αλλά κριτικά και αυτοκριτικά). Από όλες τις πλευρές: του καθένα –του διάσημου για εμάς σκύλου εδώ- που θέλει να διακριθεί στα λόγια αν και δεν το φτάνει, του περιβάλλοντός του που σχολιάζει αλύπητα βγάζοντας τα δικά του απωθημένα, των εκδοτών με την αδιαφορία και σκληρότητά τους.
Η αγωνία της γραφής είναι τέτοια και τόση που δεν θα μπορούσε να μην αρπάξει και τον πιστό αγαπημένο σκύλο του Τσάρλι Μπράουν, τον Σνούπι.
Καθισμένος στην σκεπή του σκυλόσπιτου, μέρα και νύχτα, μπροστά σε μια γραφομηχανή πασχίζει να γράψει. Να γράψει κάτι που θα δημοσιευτεί και θα τον κάνει διάσημο. Γράφει και απορρίπτει, τσαλακώνει και πετάει σελίδες ατέλειωτες.
Η επαναλαμβανόμενη αρχική πρόταση «Ήταν μια σκοτεινή και θυελλώδης νύχτα», είναι γιατί πρέπει εξάπαντος να αρχίσει με ένα δράμα. Και όταν του επισημαίνεται, αλλάζει την νύχτα με το θυελλώδες απόγευμα. Οι ιστορίες του σκυλοκεντρικές, κολλημένα αντιγατίσιες, ιστορίες αγάπης ή καλύτερα υπερπροσγειωμένων σχέσεων κλισέ και μοναξιάς. Φιλόδοξος, αρχικά, ξεκινά να συνθέσει ένα μυθιστόρημα, περνάει στην νουβέλα, την βιογραφία, και τελικά, θα ήταν πολύ ευχαριστημένος έστω και με ένα άρθρο.
Οι καιρικές συνθήκες έξω στην σκεπή που κάθεται επίμονα σε όλο το βιβλίο, συνοδεύουν τις περιγραφές του και σατανικά συμπίπτουν με τα γραφόμενά του. Προκαλεί την τύχη και τον καιρό με τα λόγια του.
Οι παρεμβάσεις του Τσάρλι και όλης της παρέας του Τσάρλι, και κυρίως της δύστροπης Λούσι που του τσιτώνει το νευρικό σύστημα με τα σχόλιά της και της εκσφενδονίζει πισώπλατα την γραφομηχανή χωρίς να ανακόπτει επουδενί την επικριτική της διάθεση, μιας και εκείνη επανέρχεται ακάθεκτη, καθόλου δεν τον βοηθούν.
Τα απανωτά απορριπτικά και συνήθως προσβλητικά γράμματα των εκδοτών αρχειοθετούνται. Καρφώνονται στα ξερά κλαδιά ενός δέντρου, ένα φύλλωμα που όλο παίρνει να πυκνώνει ή γίνονται κουβέρτα να τυλιχτεί. Ο θυμός και η απογοήτευση για την τυποποιημένη άρνηση των εκδοτών είναι μόνιμη και δεδομένη. Μια μικρούτσικη ελπίδα γεννιέται με το δοκιμαστικό τύπωμα ενός αντιτύπου και το γκρέμισμα αυτής της ελπίδας, καθώς το ένα αντίτυπο μένει στα αζήτητα και αποσύρεται.
Όπως συμβαίνει γενικά με αυτή την χιουμοριστική σειρά κόμικς, αποθεώνεται η έλλειψη πρωτοτυπίας και η προβλέψιμη κοινοτυπία. Οι τελικές φράσεις που κλείνουν τα επεισόδια αποστομωτικές, οι πλοκές ασύνδετες, οι ανταλλαγές των ηρώων του Σνούπι που μιλάνε για αγάπη αδιέξοδες, ο καθένας αλλού, τα θέλω τους μια ειρωνεία και για τα ανθρώπινα μεγαλίστικα δικά μας, μια ειρωνική ισοπέδωση απέναντι στον ρομαντισμό.
Ο Σνούπι γράφει: 1. «Η ελαφριά ομίχλη γύρισε σε βροχή.», 2. «Η βροχή γύρισε σε χιόνι.», και 3. «Το χιόνι γύρισε σε βαρεμάρα.»
Τελική κατάληξη: το γράψιμο για τον Σνούπι συγκαταλέγεται στα «Δέκα ανόητα πράγματα που κάνουν τα σκυλιά για να δυσκολέψουν τη ζωή τους!». Τελευταία απόπειρα τίτλου και εκεί κλείνει, με παραίτηση από την κατάκτηση της δημοσιότητας μέσα από την συγγραφή.
Μια αλλιώτικη εκδοχή για τον τρόπο γραφής και έκδοσης…
Και ναι, μου έφερε συνειρμούς και με έκανε να χαμογελάσω.