Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Πέρασε καιρός, ένας μήνας παρά δύο μέρες από την τελευταία ανάρτηση, όμως αυτή εδώ είναι η τελευταία. Έντεκα μήνες, 50 Βιβλία για βιβλία που μιλάνε στην πραγματικότητα για περισσότερα από 50 βιβλιοβιβλία. Αν υπήρχε κάποιο στοίχημα, δεν μπορώ να απαντήσω αν κερδήθηκε ή όχι. Και αν και ξεκίνησε με φανερή προσηλωμένη αγάπη για τους χώρους του βιβλίου, είχε και άλλα από πίσω της (όπως συνήθως βέβαια).
Όταν ήμουν μικρή, πρώτες τάξεις του δημοτικού, δεν θυμάμαι ποιος, μου είχε χαρίσει ένα βιβλίο αγγλικό που είχε ένα κάτι για κάθε μέρα του χρόνου. Με άλλα λόγια περιλάμβανε 364 κειμενάκια. Αυτά ποίκιλλαν σε είδος και σε μέγεθος. Μπορεί να ήταν ένα αίνιγμα, ένα γνωμικό, ένα τραγουδάκι, ένα παιχνίδι, μια στροφή, μια σύντομη διήγηση, ένα παραμύθι, ένας μύθος… Μερικά ήταν του παραλόγου (εκεί που η αγελάδα χωρίς φανερή αιτία –δεν την κυνηγούσε ή ανάγκαζε κανείς, δεν έψαχνε κάτι– πηδούσε πάνω από το φεγγάρι), άλλα ανατρεπτικά (εκεί που το πιάτο ερωτευόταν και κλεβόταν με το κουτάλι και όχι ένα άλλο κουτάλι, ή τέλος πάντων το διπλανό πιρούνι ή μαχαίρι), άλλα αστεία, διδακτικά, εντελώς βουκολικά, παλιά, της παράδοσης, διάφορα. Φυσικά όλοι συνομιλούσαν με άνεση αναμεταξύ τους: άνθρωποι, ζώα, φυτά, πράγματα, ιδέες. Είχαν και εικονογράφηση που βοηθούσε στην απογείωση του κειμένου. Σε κάθε μέρα αντιστοιχούσε μία προσμονή για το τι έκρυβαν τα λόγια και για την στιγμή ανάγνωσης και μετάφρασης. Ήταν ένα σημείο αναφοράς ακόμα και μετά το διάβασμα όλου του περιεχομένου. Πάνω του έρχονταν και κάθονταν κάθε φορά και άλλα, συσσώρευε, άλλαζε, μεταμορφωνόταν. Μια ιδέα, μια σκέψη που κλωθογύριζε ολημερίς, ένα παιχνίδισμα του νου ανάμεσα στα πρέπει του σπιτιού και του σχολείου, σε αυτά που αναμένονταν και άρμοζαν, ένα πέταγμα προς τα αλλού που γεννιόταν από τη δομή και τα τυπωμένα ενός βιβλίου.

Τα Βιβλία για βιβλία ταξίδεψαν εμένα ξανά και ξανά σε διαβάσματα, επαναδιαβάσματα, νέες αναγνώσεις, ελπίζω στ’ αλήθεια και όσους τα διάβασαν. Έδωσαν το στίγμα τους στην εβδομαδιαία καθημερινότητα αυτή τη φορά πέρα από το σπίτι, το γραφείο και τα άλλα βάσανα, είχαν το ρόλο του σταθερού (Κυριακή) και κινητού (διαφορετικό τίτλου και περιεχομένου) συνάμα. Τελείωσαν τα βιβλία για βιβλία; Σίγουρα όχι, υπάρχουν πολλά βιβλία για βιβλία με τον ένα ή τον άλλον τρόπο. Μόνο που πάω για Βολτίτσες.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 50


Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Ο Βιβλιοπόντικας, εικονογράφηση Κιάρα Φεντέλε, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004, 24 σ.
σειρά: χωρίς σωσίβιο-Καβουράκια 1 (για παιδιά Α΄ και Β΄ Δημοτικού)

Συχνά το διάβασμα συνδέεται με το ροκάνισμα και το φαγητό, σαν μια τροφή που χορταίνει με άλλο τρόπο, που ένας τρόπος για να την καταναλώσεις είναι να την ροκανίσεις. Τα ποντίκια που ροκανίζουν καρπούς και χαρτί συχνά συνταιριάζονται με την ανάγνωση. Έχουν και ένα ακόμα χαρακτηριστικό, ζουν σε ήσυχα και απόμακρα, φορές υγρά και σκονισμένα, σημεία, εκεί που ακουμπούν οι άνθρωποι τα βιβλία.
Ένα επιπλέον σήμα κατατεθέν του βιβλιοφάγου είναι τα γυαλιά. Από τον 14ο αιώνα και μετά, στου ζωγραφικούς πίνακες προστέθηκαν γυαλιά όταν επιθυμούσαν να δηλώσουν ότι το πρόσωπο ήταν σοφό και εργατικό, λέει ο Alberto Manguel στην Ιστορία της Ανάγνωσης (εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1997, σ. 459). Γυαλιά φορούν οι λόγιοι, οι διανοούμενοι, οι βιβλιοθηκάριοι, οι γιατροί και η ζήτησή τους αυξάνεται κατακόρυφα αμέσως μετά από την εφεύρεση της τυπογραφίας.

Τα βιβλία εξαφανίζονται από την τάξη, και ένα που βρίσκεται είναι δαγκωμένο. Η δασκάλα αποφαίνεται ότι πρόκειται για ποντικοδαγκωνιά και αποφασίζει να πάρει τα μέτρα της: φάκες και γάτες τρομερές. Χωρίς αποτέλεσμα όμως. Τα παιδιά ανακαλύπτουν τον ήρωά μας να τρώει βιβλία και να διδάσκει τις γάτες. Ο Βιβλιοπόντικας γίνεται ο βοηθός της δασκάλας και η τάξη έχει παιδιά και γάτες που μαθαίνουν να «ροκανίζουν» βιβλία.
Η ιστορία του Βιβλιοπόντικα δεν περιορίζεται σε μία περιπέτεια. Τον γνωρίζουμε καλύτερα στις επόμενες τρεις. Γνωρίζοντας την Τίτα Γραβιέρα που ήταν βιβλιοθηκονόμος κάνει την υπέρβασή του, ψάχνει για δουλειά στον χώρο των βιβλίων και σταματά να τρώει βιβλία, για χάρη της, για να είναι μαζί (Όταν ο Βιβλιοπόντικας συνάντησε την Τίτα Γραβιέρα, 2004 και 2007, 32 σ.) Στην συνέχεια αποκτούν τον Χαρτοπόντικα και τον γκρινιάρη και τον ξάγρυπνο Μίμη Κασεράκη. Μυστήρια αρχίζουν να συμβαίνουν στην Βιβλιοθήκη και στο σπίτι (Μυστήριο στην Βιβλιοποντικοθήκη, 2006, 32 σ. και παιχνίδια). Η Τίτα παρατηρεί, ψάχνει και ανακαλύπτει ότι ο Βιβλιοπόντικας τα βράδια που δεν κοιμάται το μωρό, παίρνει τον Χαρτοπόντικα και όλα τα μεγάλα αδέλφια με το ίδιο θέμα και τους διαβάζει παρέα με τα «παραπονεμένα» βιβλία, εκείνα που έχουν καιρό να βγουν από τα ράφια, να τα δανειστούν. Η Τίτα, τότε, έχει την ιδέα να μένει η Βιβλιοποντικοθήκη, όλη μέρα ανοιχτή για όλους και αλλάζει το ωράριο. Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι του Βιβλιοπόντικα (2007 και παιχνίδια), μπισκότα, φυσικά, γίνεται μέσα στην Βιβλιοποντικοθήκη, παρέα με τα παιδιά, και πάντοτε ο Βιβλιοπόντικας ξεχνιέται λιγουλάκι και κάτι μασουλίζει από βιβλία, με προτίμηση τα αστυνομικά ακόμα και του φέρνουν βαρυστομαχιά.
Και όσο εμείς γνωρίζουμε μέσα από τις παλιές και νέες σχέσεις και από καταστάσεις τον Βιβλιοπόντικα τόσο το επίπεδο της ανάγνωσης, δυσκολεύει είναι η λέξη που μου έρχεται αλλά δεν θέλω να την χρησιμοποιήσω, γιατί βγάζει κάτι αρνητικό, γιατί δεν δυσκολεύει γίνεται πιο σύνθετο, πιο πλούσιο σε λόγια και σε δράση, και αυτό δεν φέρνει δυσκολία αλλά ενδιαφέρον. Το επίπεδο ταξιδεύει σε περισσότερες, μακρύτερες φράσεις. Εκεί που γνωρίζει την Τίτα Γραβιέρα βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο (Ψαράκια), και οι άλλες δύο (Δελφινάκια). Η σειρά «χωρίς σωσίβιο» ακολουθεί μία θαλάσσια εικονοδιαδρομή: από τα καβουράκια του γιαλού, μέσα έξω στο νερό, στην άμμο και τα βραχάκια, περνάει στα μικρά ψαράκια που κολυμπάνε στα ρηχά, έως ότου φτάσουν τα δελφινάκια της ανοιχτής θάλασσας.
Πρωτοπαιδικά Βιβλία για βιβλία με όλη την σημασία της στήλης.

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 49



Αστυνομικά Βιβλία για Βιβλία
Τρία βιβλία ψιλοσκονίζονται υπομονετικά, εκεί στην ειδική θέση. Έχουν ένα κοινό: είναι, δηλώνονται από τον τίτλο, τα εξώφυλλά και τα περιγραφικά οπισθόφυλλά τους, αστυνομικά. Αστυνομικά που συνδέονται απευθείας με βιβλιοθήκες. Τα βάζω σε μία σειρά, όπως νομίζω από τα στοιχεία που αναφέρονται στα ίδια τα βιβλία, χρονολογικά σύμφωνα με το έτος συγγραφής τους. Πρώτο είναι της Αγκάθα Κρίστι, Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη, άθλος της μις Μαρπλ, μετάφρασις Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, εκδόσεις Λυχνάρι, 154 σ., σειρά: Βιβλιοθήκη Αστυνομικής Λογοτεχνίας αρ 150· δεύτερο, γραμμένο το 1990, είναι το βιβλίο του Stephen King, Η αστυνομία της Βιβλιοθήκης, μυθιστόρημα, μετάφραση Χρύσα Τσακιλίδου, εκδόσεις Επιλογή, Θεσσαλονίκη 1995, 315 σ.· τρίτο του John Maddox Roberts, Φόνος στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας: όταν η Ρώμη κυβερνούσε τον κόσμο, το έγκλημα κυβερνούσε τη Ρώμη, αστυνομικό μυθιστόρημα, μετάφραση Ελεονώρα Χαριλάου, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 2000, 418 σ., που όμως ο τίτλος πρωτοτύπου δεν περιλαμβάνει αυτή καθαυτή την λέξη «βιβλιοθήκη», την ορίζει σαφώς ως «τον ναό των Μουσών». Πρωτοκυκλοφόρησε το 1992.
Αρχικά κάνω έναν μάλλον πρόχειρο έλεγχο. Καλά έχω αυτά τα τρία, μήπως βρίσκονται και άλλα; Στην συνδυαστική αναζήτηση «Αστυνομικά και θρίλερ-βιβλιοθήκη» στην Πρωτοπορία φανερώνονται αυτά και του Στηβ Μπέρι, Αλεξάνδρεια, ο φύλακας της Βιβλιοθήκης, εκδόσεις Πλατύπους, για την παγκόσμια πολιτική, τον ρόλο των ΗΠΑ και τον μύθο των φυλάκων της μυστικής γνώσης. Όλη η κατηγορία περιλάμβανε μέχρι χθες Σάββατο 1.199 τίτλους.
Κανονικά θα παρουσιάζονταν στην στήλη το καθένα χώρια (έτσι θα κέρδιζα και περισσότερους τίτλους!), αφού τα ξαναπερνούσα ένα διάβασμα. Όμως, όχι, σκέφτομαι. Δεν θα περιγράψω πλοκές και πρωταγωνιστές αυτήν την φορά. Θα κάνω κάτι αλλιώτικο, θα προσπαθήσω να εφαρμόσω (μάλλον επιδερμικά) το σχήμα που φτιάχνει ο Πέτρος Μάρκαρης στο βιβλίο του Κατ’ εξακολούθηση, για την εξέλιξη των αστυνομικών ως λογοτεχνικού είδους. Αυτό με απαλλάσσει και από την λεπτομερειακή ξανά-ανάγνωσή τους, καθώς από την μια η οπτική είναι πεδίο σχεδόν ελεύθερο και από την άλλη μπορώ να βασιστώ σε αυτά που πραγματικά έχουν μείνει μετά από καιρό, στην γεύση του θυμητικού.
Υποστηρίζει ο Μάρκαρης «ότι το σημερινό αστυνομικό είναι περισσότερο ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή…» (σ. 106) και λίγο πιο κάτω ότι «το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι απευθείας απόγονος του αστικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα» (σ. 108), και αυτό συμβαίνει γιατί εντάσσεται απόλυτα μέσα στο περιβάλλον των πόλεων.
Στο μυστήριο της Α. Κρίστι το επίκεντρο πέφτει στην πλοκή, στα πήγαινελα των προσώπων, των διαλόγων και των συμπερασματικών συλλογισμών, την περιγραφή των κινήσεων και αντιδράσεών τους. Το πτώμα της νεαρής ξανθής εντοπίζεται στην βιβλιοθήκη του συνταγματάρχη Μπάντυ, ένα δωμάτιο του σπιτιού, κατά κανόνα, ήσυχο, αραιά επισκέψιμο, ειδικής ατμόσφαιρας, εντελώς διαφορετικής από εκείνη των άλλων οικιακών χώρων. Η βιβλιοθήκη είναι ένα σκηνικό.
Την δολοφονία του μαθηματικού Ιφικράτη του Χίου, μαθητής του Αρχιμήδη, καλείται να διαλευκάνει ο θερμόαιμος δημοκράτης Ρωμαίος Δέκιος Καικίλιος Μέτελλος ο Νεότερος. Εδώ η δολοφονία συνδέεται πιο στενά, οργανικά με την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, όχι μόνο ως τοποθεσία αλλά και με την παρουσία και τις λειτουργίες της στην πόλη.
Στην Αστυνομία της Βιβλιοθήκης οι υποσυνείδητες εμπειρίες φόβου και αγωνίας έχουν θαφτεί στο πέρασμα της παιδικής ηλικίας, η διαστροφή και η σαπίλα είναι παρόντα Η αντίθεση βρίσκεται στο σημείο που μια τοπική βιβλιοθήκη (η Δημοτική Βιβλιοθήκη του Τζάνξιον Σίτυ της Αϊόβα), φαινομενικά ένα ήσυχο (ασφαλές) λιμάνι, που συγκεντρώνει πολλά παιδιά, όχι μόνο είναι τόπος που προξενεί άγχος με το κλίμα που εκπέμπει (σιωπή απαιτείται, τα ράφια ένας λαβύρινθος) αλλά κρύβει και άλλους αληθινούς κινδύνους για τα παιδιά.
Το σχήμα λειτουργεί για αστυνομικά βιβλία για βιβλία και ίσως και για τον Στηβ Μπέρι που δεν κατάφερα να διαβάσω. Υπάρχει μία διάβαση από το πώς και ποιος είναι ο δολοφόνος (Α. Κρίστι) στο πού, πότε, γιατί και τους μηχανισμούς ενός εγκλήματος που δεν είναι μόνο ο φόνος αλλά η ηθική φθορά της κοινωνίας (J. Maddox Roberts, St. King).
Επιπλέον, το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα έχει εξερευνήσει και την περιοχή του ιστορικού βάθους, μέσα στο αναπτυσσόμενο ερευνητικό ενδιαφέρον που έχει να κάνει με τους τρόπους των ανθρώπων, την καθημερινή τους ζωή, τις συνήθειες, τα ρούχα, τα αντικείμενα που τους περιτριγύριζαν, ακόμα και τα συναισθήματά τους. Έχει αναπτυχθεί ένα υποείδος, το ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει να επιδείξει επιτυχημένες σειρές. Όπως του αρχαίου Κνέζου δικαστή Τι (Robert Van Gulik), της αδελφής Φιντέλμα (Peter Tremayne), του αδελφού Κάντφελ που ζει τον 12ο αιώνα (Peter Elis) και του βυζαντινολόγου Παναγιώτη Αγαπητού (με δύο έως τώρα τίτλους) και άλλα. Σε αυτήν την υποκατηγορία ανήκει ο Φόνος στην Αλεξάνδρεια αλλά συγχρόνως δηλώνει ότι το έγκλημα έχει παλιές καταβολές. Αποτυπώνεται η ιστορική εποχή, η πόλη και οι κάτοικοί της τότε, μα εκεί βρίσκονται και τα πάγια ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες, μια νέα ματιά προς τα πίσω.
Και αν μία σταγόνα βροχής σκοτώνει το καλοκαίρι, αυτό το Σαββατοκύριακο το καλοκαίρι δολοφονήθηκε…

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 48


Μαρία Μήτσορα, Με λένε Λέξη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008, 225 σ.
σειρά: Η κουζίνα του συγγραφέα


Ανατρέχω στις παρουσιάσεις και παρατηρώ ότι οι περισσότερες είναι μεταφράσεις, μια ποικιλία μεταφράσεων διαφόρων γλωσσών, από διάφορες εποχές. Με εξαίρεση ένα δυο τρεις τίτλους και λίγα παιδικά. Εδώ και τώρα ας αλλάξουν λίγο οι στατιστικές. Υπάρχει μια σειρά που χώνεται στις γεύσεις (εμπειρίες) και μυρωδιές (απόψεις) της γραφής συγγραφέων που τυπώνονται αρχικά στα ελληνικά.
Διευθυντής της σειριακής συστάδας είναι ο Μισέλ Φάΐς, συγγραφέας του μυθιστορήματος Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994, 259 σ.), που στα σίγουρα ενδιαφέρει τα Βιβλία για βιβλία. Στέκεται ακόμα όμως στο ειδικό ράφι, κάβα, με το σκοτεινό του εξώφυλλο και τις ελαφρά κιτρινισμένες σελίδες του, να ξαναδιαβαστεί για να πάρει αριθμό. Μα, να, όλο κάτι ξεφυτρώνει στο δρόμο της ανάγνωσης που οδηγεί απρόβλεπτα (ένας νέος τίτλος, μια υπόδειξη, μια κουβέντα, μια ανάγκη) και εξακολουθεί να παραμένει στην ασφάλεια της ρεζέρβας.
Η κουζίνα του συγγραφέα έχει μαγειρέψει έως τα τώρα έξι συνταγές: του Αλέξη Πανσέληνου το πιάτο Μια λέξη χίλιες εικόνες (το έχω διαβασμένο, μονορούφι θυμάμαι, καλύτερα και από τα βιβλία του), του Γιάννη Ξανθούλη Το μενού των φαντασμάτων, του Χρόνη Μπότσογλου Το χρώμα της σπουδής, της Μάρως Δούκα Τα μαύρα λουστρίνια (με περιμένει και το περιμένω ανυπόμονα), του Πέτρου Μάρκαρη Κατ’ εξακολούθηση (που τώρα κρατάω) και αυτό, το 48ο της στήλης Βιβλία για βιβλία.

Μέσα σε ένα χρόνο, το 2008, και σε απόσταση τεσσάρων μηνών (τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο), η Με λένε Λέξη έχει κάνει δύο εκδόσεις. Η φωνή της έχει διαβαστεί και διαβάζεται. Δεν γίνονται αναφορές για τεχνικές, σχεδιασμούς, κατασκευές χαρακτήρων, χτίσιμο πλοκής, για στοιχεία και για χειρισμούς της γλώσσας. Μιλάει για σχέσεις, για αισθήσεις, αναζητήσεις, στάσεις και τοποθετήσεις, εικόνες τοπία ψυχικά που περιγράφονται με όρους μιας φαντασιακής πραγματικότητας. Μιλάει μέσα από παραδείγματα ιστοριών, σπαράγματα αναμνήσεων που λένε για την διαδρομή της γιατί ξέρει ότι το θέμα του βιβλίου είναι το γράψιμο, η μαγεία του, το μυστήριό του. Και τότε πάλι, όχι κρυστάλλινα αλλά από περάσματα μακρινά και εσωτερικά, με ελλειπτικές τροχιές στην διήγηση. «… οι ίδιες οι λέξεις είναι συχνά πιο ισχυρές από τα θέματα» (σ. 79), όπως συμβαίνει με εκείνους που πιστεύουν ότι στην ζωγραφική τα χρώματα και οι σκιές είναι πιο σημαντικές από το θέμα του πίνακα. Η δημόσια ενδοσκόπηση δεν μοιάζει να οδηγεί την συγγραφέα παρά στην μερική ατομική λύτρωση. Τα ζητήματα που πονούν δεν μοιάζει να υποχωρούν εντελώς έως το τέλος του βιβλίου. Ανοίγεται και κρύβεται, θέλει να μοιραστεί μα και πάλι όχι να παραδοθεί. Παρά την πίστη στην απόλυτη δύναμη των λέξεων.
«Η σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, είναι η σχέση με τη ζωή» (σ. 13). Τα γύρο μας έρχονται σε επαφή και διατυπώνονται μέσα από τις λέξεις, ένα «σχοινί που είναι φτιαγμένο από λέξεις» για να ζήσουμε τα άγνωστα και δύσκολα, ο καθένας μας την μερίδα του. Αν το σχοινί δεν είναι τέλεια τεντωμένο να ισορροπήσει κανείς, το χάος χάσκει πεινασμένο και διψασμένο. Οι λέξεις ασκούν δυνάμεις πάνω στους ανθρώπους, ενωτικές, γοητευτικές μα και πληγωτικές, χωριστικές. Νομίζω ότι για τον λόγο αυτό πολλοί είναι που τις αποφεύγουν, τους κρύβονται. Χωρίς να έχει σημασία γιατί οι λέξεις, ακόμα και κλειδωμένες γλιστράνε, αιωρούνται. Τις κουβαλάμε και μας κουβαλάνε. Δίνουν τις δικές τους απαντήσεις σε ερωτήματα, ακόμα και αν οι λέξεις θα ήταν άλλες αν έβγαιναν με φωνή. «… η γλώσσα… μια μεγάλη μάζα υγρή,… , που κατεβάζει λέξεις.» (σ. 223), λέξεις που ορίζουν τα σύνορα του κόσμου μας (σ. 12).
Η κολασμένη αναζήτηση του τόπου της «αμύθητης γωνίας», που έρχεται και επανέρχεται στο κείμενο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αμύθητη, που δεν υπάρχει ούτε καν στους μύθους και κάνει το ψάξιμο, φευγιό. Γωνία, μέρος κατά το ήμισυ προστατευμένο, κλειστό κατά τα δύο τέταρτα, και συγχρόνως ανοιχτό. Σημείο συνάντησης πραγμάτων.

Είναι κομμάτια που δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί και το πώς τους, να πει το νόημα με άλλες λέξεις, αυτές είναι οι λέξεις, για αυτό ακριβώς που ήθελε να βγάλει, αλλιώς δεν βγαίνει, άλλες λέξεις δεν γίνονται. Αυτές είναι και τέρμα. Μας ζητάει να σκύψουμε και να ακολουθήσουμε τις σπηλιές του νου της που διασχίζουν λέξεις σημαδεμένες, που ζητούν αποκρυπτογράφηση.

Κυριακή, 7 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 47


Σωτήρης Τριβιζάς, Η τέχνη της ανάγνωσης, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 11 σ.
Από τη συλλογή δοκιμίων Το Πνεύμα του λόγου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2000.



Τα βιβλία ως αντικείμενα έχουν υπόσταση. Είναι φτιαγμένα από υλικά. Χαρτί και μελάνια διαφόρων κατασκευών ανάλογα με την εποχή. Χαρτόνια, δέρμα, ξύλο, σπάγκοι, κόλες για το δέσιμο. Έχουν όγκο και σχήμα. Το σχήμα των βιβλίων, το ύψος και το πλάτος τους μετριόταν ανάλογα με τις φορές που διπλωνόταν η τυπογραφική κόλλα χαρτιού. Αν διπλωνόταν δύο φορές, το σχήμα που προέκυπτε ονομαζόταν 2ο, τέσσερις 4ο, οκτώ 8ο, δεκαέξι 16ο. Το δίπλωμα συνήθως σταματούσε εκεί. Αυτά ήταν τα συνηθισμένα σχήματα και εξακολουθούν να επιζούν έως σήμερα, μόνο που έχουν εμπλουτιστεί χάρη στις νέες τεχνολογίες. Στα παλιά δελτία της Εθνικής Βιβλιοθήκης στην Πανεπιστημίου, αυτά που βρίσκονται στους εντυπωσιακούς καταλόγους με το που μπαίνεις, το σχήμα δίνεται στο κάτω μέρος. Και είναι απαραίτητη πληροφορία όταν παραγγέλλει κανείς ένα βιβλίο, καθώς τα βιβλία στα ράφια έχουν τοποθετηθεί ανάλογα με το σχήμα τους για λόγους οικονομίας χώρου. Ο χώρος στις βιβλιοθήκες είναι πολύτιμος και η ικανότητα πρόβλεψης μεγαλώματος των συλλογών είναι σχεδόν χάρισμα.
Κατά καιρούς και επειδή στους ανθρώπους αρέσει να πειραματίζονται με τα μεγέθη εν γένει, έχουν γίνει δοκιμές εκτύπωσης βιβλίων είτε πολύ μεγάλου σχήματος είτε πολύ μικρού, που αγγίζει την τέχνη της μινιατούρας. Πολλά τέτοια ελληνικά βιβλία δεν έχουμε. Μάλλον χρειάζονται κατάλληλη τεχνικό εξοπλισμό και τέτοια, και ακόμα γιατί δεν υπάρχει εξοικείωση σε τέτοιου είδους προσεγγίσεις. Για αυτόν το λόγο είναι ευχάριστη η έκπληξη όταν μέσα σε ένα μεγαλύτερο βιβλίο των εκδόσεων περιμένει κρυμμένο ανάμεσα στις σελίδες ένα μικρό βιβλιαράκι. Βιβλίο εν βιβλίω, όπως κράτος εν κράτει, κάπως. Διαστάσεων 0,10 Χ 0,72, τυπωμένο σε υπόλευκο χαρτί, με καρφίτσα στην μέση του και την σημείωση στο οπισθόφυλλο ότι διανέμεται δωρεάν. Με στοιχεία σε χρώμα βαθύ καφέ σε διακριτική τονική συγγένεια με το μελιτζανί. Πολυτονικό με ένα Πι πρωτόγραμμα. Επιλογή δοκιμίου δημοσιευμένου σε τόμο. Γεννά την συμπάθεια.
Από το βιβλιαράκι κρατώ την παρατήρηση που αφορά τις αναγνώσεις που αντιστέκονται. Ξεπερνώ την ερμηνεία της κακής επιλογής και της ποιοτικής αξιολόγησης, και στέκομαι στην δεύτερη εξήγηση που δίνει ο συγγραφέας. Εκείνη όπου ο αναγνώστης αφήνει τον χρόνο να κυλήσει και επιστρέφει στο κείμενο. Γιατί και εγώ πιστεύω ότι ένα βιβλίο δεν είναι μια και έξω, μια μόνη ανάγνωση, μη επισκέψιμο μετά από αυτήν και η πρώτη εντύπωση παντοτινή, μη αναθεωρήσιμη. Ότι θα πρέπει να κρατάμε την εμπειρία ακίνητη στο πέρασμα του καιρού. Αντίθετα, όταν ξαναδιαβάζουμε, μετράμε τον εαυτό μας σε σχέση με τον χρόνο και την σωρευτική δράση του πάνω μας. Δεν χαλάμε την πρώτη εντύπωση, την δουλεύουμε. Προσθέτουμε, αφαιρούμε, την κρίνομε εμπλουτισμένα. Έχουμε το πριν και το μετά και το ενδιάμεσο, ως ζυμωτική περίοδο. Όταν, λοιπόν, ο αναγνώστης ξανασκύψει στο βιβλίο που δεν κατέκτησε με την πρώτη και ανακαλύψει πόσο τον ευχαριστεί στον νέο γύρο, πόσα βλέπει που δεν έβλεπε, είναι γιατί ο ίδιος ήρθε και μέστωσε ως προς αυτό. «Το δέχεται χωρίς έκπληξη, γιατί ο αναγνώστης ξέρει ότι και αυτός ωριμάζει, όπως ακριβώς και τα βιβλία.», λέει ο Σ.Τ.
Η τέχνη της ανάγνωσης, όπως όλες οι τέχνες και αυτή της ζωής, είναι και να παίρνεις και να δίνεις. Να πηγαίνεις προς το μέρος της νέας ανάγνωσης με ανοιχτάδα. Να μην περιμένεις μόνο την αναγνώριση και την ταύτιση. Να κάνεις έστω και ένα βηματάκι προς τη μεριά του πομπού, να σπρώχνεις τα αδιόρατα όρια της κατανόησής σου προς μια άλλη κατεύθυνση. Και από την άλλη να ξεκλειδώνεις κομμάτια σου, να τα νοιώθεις ότι είναι εκεί για να μπορέσεις να τα επικοινωνήσεις.
Αν το κάνεις, αν αυτό συμβαίνει τι σημασία μπορεί να έχουν οι κανόνες, αν διαβάζεις δημόσια, ξαπλωτά, με μουσικές, τσιγάρα και ποτά, αν το διαβάζεις μονοκοπανιά ή κατά βούληση, στα πεταχτά παραλείποντας λέξεις, προτάσεις, ή και σελίδες ή με ακάθεκτη προσήλωση.

Κυριακή, 31 Αυγούστου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 46


Pierre Péju, Η μοναχούλα, μετάφραση Κατερίνα Δασκαλάκη, ποταμός, Αθήνα 2005, 195 σ.

Με ένα σοκαριστικά τρομαχτικό ξεκίνημα, ένα ξεδίπλωμα δυνατό και τρυφερό, αβάσταχτο και δυσβάσταχτο, και ένα τέλος τελεσίδικο για όλα τα πρόσωπα που ήδη στερημένα από μία κανονικότητα, χάνονται. Οι ζωές τους διασταυρώνονται κατά λάθος, εξαιτίας ενός ατυχήματος, και μετά εξαφανίζονται. Η ιστορία που τους έφερε κοντά τους καταπίνει. Σχεδόν χωρίς καμία ελπίδα, αν και που και που πάει να σκάσει μύτη.
Ο ιδιοκτήτης του βιβλιοπωλείου το «ρήμα είναι» Βολλάρ χτυπάει με το γεμάτο βιβλία φορτηγάκι του μία μικρούλα που πετιέται στο δρόμο ένα βροχερό βράδυ του Νοέμβρη. Η Εύα πέφτει σε κώμα. Η μητέρα της η Τερέζα Μπλανσό, η διάφανη γυναίκα, η ανήσυχη που δεν ησυχάζει, που βρίσκεται σε συνεχή κίνηση σαν για να μπερδέψει την αταξία που την κυριαρχεί, «θλιμμένη και χωρίς σημασία», όπως σημειώνει στο τετραδιάκι της, με δυσκολία κάθεται στο πλευρό της. Ο βιβλιοπώλης Βολλάρ αναλαμβάνει να της μιλά μέσα στο αφτί, στο υποσυνείδητο μήπως και ανοίξει τα μάτια. Στ’ αλήθεια δεν της μιλά, της απαγγέλλει σελίδες λογοτεχνίας, της διαβάζει το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Αποτελεί φαινόμενο μνήμης, από μικρός. Αναγνωρίζει τα σώματα των βιβλίων με ένα απλό κοίταγμα, του έρχονται στο νου όσο παλιές και να είναι οι αναγνώσεις του, παρέα με τις μυρωδιές των στοιχειοθετημένων χαρτιών, οι εικόνες των διάστικτων σελίδων. Ο γιγάντιος κοκκινοτρίχης αναγνώστης Βολλάρ, τότε, αυτόματα ανακαλεί το περιεχόμενο των βιβλίων. Ξέρει ιστορίες βιβλίων που έσωσαν ανθρώπους, όταν βλέπει καινούργια βιβλία τον πιάνει λαιμαργία να τα καταβροχθίσει, ανοίγει τα κιβώτια με ασίγαστη πείνα.
Μέσα από τις ιστορίες μοναξιάς του Βολλάρ, της Τερέζα Μπλασό, της μικρής Εύας, της βοηθού στο βιβλιοπωλείο κυρίας Πελαγίας, του άλλοτε πολύ φανερού άλλοτε στην σκιά αφηγητή, ξεσκεπάζεται ένα άλλο είδος ανάγνωσης, ένας διαφορετικός ρόλος [που δεν περιλαμβάνεται ούτε καν στην Αναγνώστρια Βιβλία για βιβλία 31]. Δεν ταιριάζει σε κανένα είδος: ανάγνωση ταξίδι, ανάγνωση ευχαρίστηση, λήθη, μοίρασμα, αγάπη… Το επαγγελματικό στο οποίο επιδίδεται η Πελαγία, πολύ γλήγορο, διαγώνιο, χωρίς καμιά ιδιαίτερη προτίμηση, έτσι για να είναι σε θέση να απαντήσει στις ερωτήσεις των πελατών.
Ακόμα και για τον βιβλιοπώλη Βολλάρ είναι μια αποκάλυψη. Αυτός με το τρελό, αδιάκοπο διάβασμά του ανακάλυπτε τις πληγές των άλλων (των συγγραφέων). Το διάβασμα ήταν η επίσκεψη στις βαθύτερες και κατάμαυρες σκοτεινές πληγές. Διάβαζε κραυγές ακόμα και στις πιο δεξιοτεχνικά καλοφτιαγμένες προτάσεις, ολημερίς δημόσια και τις νύχτες που τον χτυπούσε η ξαγρύπνια. Διάβαζε τις κραυγές των άλλων για να σιγάσει τις δικές του. Άφηνε να τον τραβάνε εκείνες για να μην ακούει τους ήχους του κεφαλιού του.
Το μεγαλόφωνο διάβασμα, οι απαγγελίες στην μοναχούλα (πολλοί άνθρωποι μοναχούλιδες κείτονται) χρησίμευε σε κάτι διαφορετικό. Ένα κομπολόι λέξεων γραμμένων που χτυπάνε η μία πάνω στην άλλη, μετά την άλλη, με φωνή να τρυπώνει στους πόρους των αφτιών, του δέρματος, να γλιστρά, να γιατρεύει, να κρατάει στη ζωή. Και η μοναχούλα επανέρχεται, σιωπηλή και εύθραυστη.
Το βιβλιοπωλείο «το ρήμα είναι» ανήκει στην κατηγορία των βιβλιοπωλείων που συνδυάζει την αφόρητη ακαταστασία με την επιμελημένη τάξη που επιτρέπει να εντοπίζονται οι τίτλοι. Εμπόριο βιβλίων μικρής κλίμακας, με την προσωπικότητα του βιβλιοπώλη διάχυτη. Όταν παίρνει φωτιά, σιγοκαίγεται, όλα καταστρέφονται και τα βιβλία μουλιάζουν στα νερά και τα άλλα υγρά των πυροσβεστών. Καταστρέφεται άδοξα πριν ρημάξει εντελώς.

Και πάλι με πήρε από το χέρι το λαγωνικό, δίνοντάς μου αυτό το δικό του βιβλίο, με το όνομά του στην πρώτη λευκή σελίδα, όπως συνηθίζει να κάνει, μαζί με την ημερομηνία απόκτησης. Αντίτυπο που, όπως όλα του τα βιβλία, είναι διαβασμένο με μια ειδική προσοχή. Με το βλέμμα να αχνοακουμπάει στην εσωτερική πλευρά των σελίδων καθώς δεν ανοίγει, η ράχη δεν έχει υποστεί καμία πίεση. Αν και μοιάζει απάτητο, αραιά και που, να, σταθερές μολυβένιες υπογραμμίσεις. Ακράδαντα σημάδια της επίσκεψή του. Ίσως και εγώ να υπογράμμιζα εκεί, ίσως πάλι αλλού, λίγο πιο πάνω, πιο μετά. Και πάντως, όχι τόσο έντονα, πιο αχνά, αδιόρατα, να μην προδοθώ. Με ενθαρρύνει να κάνω τις δικές μου σημάνσεις. Διστάζω, αφήνω ίχνη ακόμα πιο μυστικά. Θα το επιστρέψω με έναν μικρό λεκέ στο οπισθόφυλλο, δεν σβήνεται, και ντρέπομαι. Θα το πω πριν το δει.

Σήμερα τελευταία Κυριακή του Καλοκαιριού του 2008.

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 45


Suzanna Tamaro, Χαρτοφοβία, εικονογράφηση Τζοβάννι Μάννα, μετάφραση Σώτη Τριανταφύλλου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2003, 2004, 53 σ.
Σύγχρονη Λογοτεχνία για παιδιά και νέους, Συλλογή Μικρά Σπουργιτάκια 5, για παιδιά από 5 ετών.

Το βιβλίο είναι περπατημένο. Πρωτοκυκλοφόρησε στην γλώσσα του, τα ιταλικά, το 1994, έχει κάνει δύο εκδόσεις στα ελληνικά και η μετάφρασή του επιδοτήθηκε από το πρόγραμμα «Πολιτισμός 2000» της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Θέμα του, το διάβασμα και τα θετικά του. Υπάρχει όμως, ένα ζήτημα. Το διάβασμα αποτελεί, ξανά, αξία που θα πρέπει να κατακτηθεί.
Ο Λεοπόλδος είναι οκτώ χρονών και οι γονείς του τον βομβαρδίζουν με τόνους βιβλίων που τον ζαλίζουν. Καθόλου δεν τα θέλει, καθώς ποτέ δεν τα είχε επιθυμήσει. Ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια που ζητούσε και ποτέ δεν λάμβανε ήταν το όνειρό του. Ο ψυχολόγος που επισκέπτονται κάνει την διάγνωσή του, «χαρτοφοβία». Ασθένεια, στα όρια της επιδημίας, της εποχής μας που εξαπλώνεται συνεχώς. Υπεύθυνοι είναι η τηλεόραση και τα βιντεοπαιχνίδια (δεν είχε διαδοθεί το διαδίκτυο ακόμα όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο, ειδάλλως σίγουρα θα το συμπεριλάμβανε και αυτό ο καλός γιατρός). Απειλητικά βιβλία βρίσκουν τον Λεοπόλδο αφύλαχτο στον ύπνο του. Χάρτινοι όγκοι τον καταδιώκουν για να τον συνθλίψουν. Οι γονείς ακολουθούν τις συμβουλές του γιατρού, μετέρχονται και άλλων μεθόδων –της ομοιοπαθητικής, δηλαδή αποκλειστικά και μόνο και περισσότερα επιπλέον βιβλία. Ο Λεοπόλδος υποφέρει, απλά δεν μπορεί.
Η επικοινωνία χρειάζεται κανάλια, κάποια, έστω και στενά, για να κυκλοφορήσουν τα μηνύματα. Η επικοινωνία γίνεται όχι μόνο με λόγια αλλά και με μη λόγια, με κινήσεις, με ερωτήσεις, με συγκρίσεις. Χωρίς συνεννόηση, οι άνθρωποι ωθούνται στο κλείσιμο, την απόσταση, μέχρι την απελπισία που δεν είναι και ο σωστός οδηγός. Συμβαίνει και εκεί που οι άνθρωποι νοιάζονται. Οι παρεξηγήσεις δεν οφείλονται σε έλλειψη ενδιαφέροντος γιατί οι γονείς του Λεοπόλδου ενδιαφέρονται με τον τρόπο τους, μα έλα που ο τρόπος τους δεν είναι ο τρόπος του Λεοπόλδου. Το ίδιο ισχύει και για τα δώρα. Ισορροπία του δώρου είναι από την μια να εκφράζει εμάς που το προσφέρουμε και από την άλλη να προκαλεί ευχαρίστηση σε αυτόν που το λαμβάνει. Δεν είναι αυτονόητο ότι ό,τι αρέσει σε εμάς αρέσει και στον δωροδέκτη, ακόμα και αν πρόκειται για κοντινό μας άνθρωπο. Το δώρο προσφέρει μια επικοινωνία αν μέσα του κλείνει ένα μέρος από εμάς και μια σκέψη προς τον παραλήπτη.
Οι απαντήσεις που παίρνει ο Λεοπόλδος στην ερώτησή του «γιατί πρέπει να διαβάζουμε», δεν τον ικανοποιούν. «Όποιος διαβάζει κατέχει το νόημα και έχει δύναμη», «γιατί είναι σπουδαίο πράγμα», «γιατί κάνει το μυαλό να δουλεύει», «μας αλλάζει», «χωρίς βιβλία δεν υπάρχει επιτυχία». Οι θεωρίες είναι καλές και άγιες αλλά αν δεν σου κάνουν, απλά δεν σου κάνουν. Δεν φτάνουν από μόνες τους.
Ο Λεοπόλδος αποφασίζει να το σκάσει. Η περιπέτειά του θα δώσει την λύση του θέματος. Στο πάρκο συναντά έναν τυφλό σοφό γερούλη, ο οποίος του διηγείται την ναυτική ζωή του που μας θυμίζει ένα μπέρδεμα πολλών κλασικών βιβλίων. Ο Λεοπόλδος μαγνητίζεται. Ο γερούλης δεν έχει καταφέρει να διαβάσει το τέλος ενός βιβλίου, του Αστροταξιδευτή και ζητά την συνδρομή του Λεοπόλδου που πάλι δυσκολεύεται να διαβάσει στο βιβλιοπωλείο. Η πωλήτρια επισημαίνει ότι έχει ξεχάσει τα γυαλιά του! Δεν μπορούσε να διαβάσει!
Το ζήτημα δεν ήταν θεωρητικό. Ήταν πρακτικής φύσης. Είναι φορές που ενώ θέλουμε δεν, για λόγους άλλους. Είναι οι συνθήκες τέτοιες και θα πρέπει να επέμβουμε σε αυτές και όχι στην θεωρία.
Τελικά, ένας τυφλός άγνωστος με κατανόηση ανακαλύπτει την αιτία που έδιωχνε τον Λεοπόλδο από το γραμμένο χαρτί, της χαρτοφοβίας του, ίσως να μην είναι άσχημη ιδέα να ακούμε και άλλους ανθρώπους. Τελικά, ο γερούλης δεν ήταν ναυτικός αλλά νυχτοφύλακας που γέμιζε τις ώρες του με ταξίδια και ιστορίες που γνώρισε και αναγνώρισε ο Λεοπόλδος. Τελικά, το διάβασμα κέρδισε και τον οχτάχρονο ήρωά μας που χρειαζόταν ένα ζευγάρι γυαλιά!

Τελευαία ημέρα των Ολυμπιακών Αγώνων, σήμερα.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 44



Ένα εισαγόμενο βιβλίο για βιβλία


Dany Laferrière, Je suis un écrivain japonais [=Είμαι ένας Ιάπωνας συγγραφέας], μυθιστόρημα, εκδόσεις Boréal, Κεμπέκ Καναδάς 2008, 263 σ.

Στο αεροδρόμιο του Κεμπέκ με τα τελευταία αναπάντεχα τριάντα καναδέζικα δολάρια στην τσέπη που είχα υπολογίσει για την μεταφορά από το ξενοδοχείο. Δεν χρειάστηκαν όμως, γιατί είχε προβλεφθεί η μετακίνηση. Ευκαιρία να επενδύσω σε ένα βιβλίο. Οι επιλογές που προσφέρονται είναι βατές. Εφημερίδες και περιοδικά υπάρχουν πολλά περισσότερα, πιάνουν σχεδόν το σύνολο του τοίχου. Μπορώ να κοιτάξω όλους τους τίτλους, είναι στα γαλλικά, και να ξεφυλλίσω όλα τα βιβλία· δεν ξεπερνούν τα εξήντα και από αυτά, τα δέκα είναι του Κοέλο που βρίσκεται παντού σε διάφορες γλώσσες, με διάφορα εξώφυλλα. Διεθνής, διαπλανητικός, καταδιωκτικός. Σκουντουφλάω με τους άλλους που ψηλαφούν τα βιβλία στον περιορισμένο χώρο. Εντοπίζω δυο βιβλία που αναφέρουν στον τίτλο τους λέξεις που συνδέονται με βιβλία (Le livre des jours [=Το βιβλίο των ημερών] που διαδραματίζεται στην Νέα Υόρκη και αυτό εδώ). Θα ήθελα να τα πάρω και τα δυο αλλά δεν γίνεται. Θα πρέπει να διαλέξω. Ρωτάω τον νεαρό στο ταμείο αν τα ξέρει για να έχει γνώμη. Σηκώνει τους ώμους, μα χωρίς αδιαφορία. Μάλλον θα ήθελε να είναι σε θέση να απαντήσει. Πρέπει να αποφασίσω από μόνη μου. Στέκομαι ακίνητη να τα φυλλομετρήσω και τώρα οι άλλοι πέφτουν πάνω μου. Τα κοιτάζω, τα ψάχνω, τα μυρίζω –το χαρτί έχει σαφώς διαφορετική μυρωδιά. Εδώ βαραίνει περισσότερο το βιβλίο αντικείμενο, λίγες σκόρπιες λέξεις περνάνε, ναι, μπορώ να διαβάσω τούτο πιο καλά από το άλλο. Ανακουφισμένη που αποφάσισα, πλησιάζω το ταμείο. Χαμόγελα αναγνώρισης με τον ταμία και συνενοχής με την γυναίκα που περιμένει πίσω μου με άλλο βιβλίο.
Όλη η περιγραφή απαντά στο ερώτημα του Τζαμαϊκανού συγγραφέα που ζει στον Καναδά και θα συναντήσω στις σελίδες του τις επόμενες ώρες. Ποιες είναι οι διαδρομές των βιβλίων που καταλήγουν στα σπίτια που έχουμε αναγνωστική πρόσβαση; Πώς καταλήγουν, σε ποια ράφια;
Και να ‘μαι, μια Ελληνίδα καθισμένη σε τρεις διαφορετικές θύρες αναχώρησης αεροδρομίων σε μισή μέρα μέσα, με τα αγγλογαλλικά σε πρώτη χρήση, χωρίς να διακατέχεται από τον πατροπαράδοτο νόστο, σε ευθυγραμμισμένη συμβατότητα με το βιβλίο που μόλις επέλεξε και κάνει το ταξίδι περιπέτεια και στήριγμα στον γυρισμό. Οι συγγραφείς δεν έχουν εθνικότητα ή μάλλον παίρνουν την εθνικότητα των εκάστοτε αναγνωστών τους, λέει ο συγγραφέας που δεν του αρέσει να τον ρωτάνε για τα χαρακτηριστικά της γραφής του.
Ο Dany Lafferière αφιερώνει το βιβλίο του σε όσους θα ήθελαν να είναι κάποιος άλλος, όπως εκείνος ο έγχρωμος θα ήθελε να είναι Ιάπωνας, μιας και ακολουθεί το ταξίδι, τον τρόπο και τον τρόπο του ποιητή Basho (1644-1694). Μας έχει δηλώσει ρητά ότι προτιμά να διαβάζει από το να γράφει. Είναι αναγνώστης. Παιδική του επιθυμία του να μπει σε ένα βιβλίο και να μην επιστρέψει. Να ζήσει μέσα σε στίχους, αυτός που είναι ο ίδιος πλούσιος σε λέξεις, που φτιάχνει με άνεση τους πιο εύστοχους τίτλους βιβλίων και άρθρων για εφημερίδες.
Μεγάλη χαρά που μου δίνει το διάβασμά του. Με ρουφάει και για μεγάλα διαστήματα με αποκόβει το εναέριο και στριμωχτό περιβάλλον. Αναγνωρίζω στο ύφος του κάτι από τον Αλεξάκη και συνομιλούμε. Αναζητά το ιαπωνικό, όπως ο Αλεξάκης τον Άθω. Φαινομενικά σκόρπιες πληροφορίες για τα πριν εδώ και εκεί, για το καθεμέρα, διαβάσματα, ακούσματα, φήμες, συναντήσεις, διάχυτα, ένα ξετύλιγμα που σφίγγει γύρω από το θέμα και τον σπρώχνει μέσα στο θέμα. Στέκομαι στις σύντομες φράσεις του «Με κατοικεί αυτός ο ρευστός χρόνος», «ο κόσμος των ονείρων στα ακροδάχτυλά του» για έναν ζωγράφο, «πώς να ακουμπήσω την καρδιά ενός αντικειμένου», «μιλάμε στο κεφάλι μας την ίδια ώρα που μιλάμε με έναν άλλο», οι τηλεθεατές είναι «ένα πλήθος καθιστό», η έννοια της αυθεντικότητας τον θυμώνει, και άλλα. Τους δρόμους του μεταξιού, της ζάχαρης, των μπαχαρικών έχουν αντικαταστήσει εκείνοι του τένις, του γκολφ, των περιβαλλοντολόγων, των αρχηγών κρατών των αναπτυγμένων χωρών.
Βρίθει από Έλληνες η διήγησή του «Ιάπωνα» συγγραφέα. Σαν καθημερινότητα (ο Έλληνας ψαράς, σουβλατζής, θυρωρός που αγνοεί τον Πλάτωνα, κλπ) κύρια στο σημείο που αναφέρεται στα αντιπαθητικά κλισέ που θέλει να αναποδογυρίσει. Γελάω διαβάζοντας ότι το σουβλάκι είναι το μόνο ελληνικό εύρημα μετά την δημοκρατία.

Στο τέλος περιλαμβάνονται έξι σελίδες, μέρος του καταλόγου του εκδοτικού οίκου Boréal. Ονόματα γυναικών και ανδρών άγνωστα, πολλά με δύσκολη προφορά και τίτλοι, τίτλοι που μάλλον δεν θα μας αποκαλυφθούν –όπως και οι δικοί μας μάλλον δεν θα περάσουν από εκεί. Αρχικά με πιάνει στενοχώρια πως το πιθάρι της ανάγνωσης ποτέ δεν θα φτάσει σε έστω ικανοποιητικό βαθμό. Δεν είναι θάλασσες, πελάγη, ωκεανοί τα κείμενα των ανθρώπων ολούθε, είναι πλημμυρίδα. Μετά όμως, που το ξανασκέφτομαι το βλέπω και από την άλλη. Παντού υπάρχει η αγωνία της έκφρασης, των ιδεών και εικόνων που πλάθονται για να μετασχηματιστούν σε αισθήματα. Καλό αυτό.

Δευτέρα, 11 Αυγούστου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 43


Μαρία Παπαγιάννη, Βιβλιοφάγος κατά… λάθος!, εικονογράφηση Σ. Τουλάτου-Π. Μπουλούμπασης, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, 22+2 χ. α.
Βιβλία για παιδιά και νέους, σειρά: χωρίς σωσίβιο, επίπεδο 1, Καβουράκια 5

Όσο και αν φαίνεται (μας) παράξενο τα βιβλία για πολλούς ανθρώπους είναι βαρετά· και μόνο στην όψη τους κάνουν γκριμάτσες αποστροφής και στο άκουσμα αναφοράς σε κάποιο βιβλίο δηλώνουν κάθετα την έλλειψη ενδιαφέροντός τους. Το διάβασμα δεν τους προκαλεί κανένα ρίγος συγκίνησης. Αντίθετα τους ξενερώνει απίστευτα. Το θεωρούν αντικοινωνικό, ότι δεν έχει να προσφέρει τίποτα, ότι είναι κουραστικό και απαιτεί αναίτιο κόπο, ότι αποτελεί χάσιμο χρόνου. Το θεωρούν το αντίθετο της ενέργειας και το χαρακτηρίζουν μούχλα. Ακόμα, θεωρούν ότι είναι συνδεδεμένο με το σχολείο, τους καλούς μαθητές (τα φυτά, τους σπασίκλες, κλπ), την παρατακτική όψη της μάθησης, την ατέλειωτη αποστήθιση.
Το διάβασμα είναι τέχνη που έχει τις τεχνικές της και δεν είναι έμφυτη. Δεν γεννιέται κανείς γνωρίζοντας γραφή και ανάγνωση. Δεν πρόκειται για διαδικασία αυτόματη ή αυτονόητη, όπως το περπάτημα για παράδειγμα. Είναι επίκτητο, μια κατάκτηση του πολιτισμού Διδάσκεται και καλλιεργείται. Υπάρχουν εκείνοι που εμπνέουν άλλους να διαβάσουν, πείθουν ότι πρόκειται για ένα είδος μοιράσματος. Μας τα έχει πει ο Πενάκ μια χαρά.

Ο Πέτρος, το αγόρι της ιστορίας, είναι ταξιδιάρης από βρέφος αλλά καθόλου διαβαστερός. Αντίθετα αποφεύγει τα βιβλία και αντιδρά αρνητικά στο διάβασμα. Ο καπετάνιος θείος του τού στέλνει κάρτες από τα μακρινά του ταξίδια και όταν τον ρωτάει τι θα ήθελε να του φέρει, σκέφτεται και απαντά «Θέλω ένα κομμάτι Κίνας». Και περιμένει τρεις μήνες γεμάτος λαχτάρα και αγωνία μέχρι που φτάνει ένα πακέτο. Δάκρυα τον πιάνουν όταν βλέπει ότι είναι ένα βιβλίο και το πετάει σε μιαν άκρη του δωματίου του να σκονίζεται, ώσπου πάνω στο βιβλίο πέφτει η μπάλα. Η μπαλιά ελευθερώνει την Κίνα, τους ορυζώνες, τους δράκους, τα μετάξια. Ένα σουτ που κάνει το κλικ. Ο Πέτρος, τώρα, όταν τον ρωτάει η μαμά του τι κάνει, απαντάει «ταξιδεύω». Εννοεί ότι διαβάζει. Το ένα ισούται με το άλλο. Διαβάζοντας γνώρισε ένα σωρό τόπους, είδε μέρη και συμμετείχε σε ένα σωρό πράγματα. Έγινε ένας βιβλιοφάγος, βρήκε εκείνα τα βιβλία που του μιλάνε.

Ένα βιβλίο για βιβλία που κλείνει το μάτι στα παιδιά, καθώς τους δείχνει τον δρόμο της ανάγνωσης που περνάει μέσα από αρχική αμφισβήτηση. Υπόσχεται ταξίδια και περιπέτειες στους δυσκολόπιστους. Τα παιδιά της Α΄ και Β΄ δημοτικού έχουν να διαβάσουν ένα βιβλίο για το διάβασμα, ένα ξεκίνημα για περισσότερες βόλτες χωρίς να περνάνε το κατώφλι του σπιτιού τους.
Το βιβλίο κλείνει με δυο παιχνίδια γνώσεων: ένα γεωγραφίας και ένα αριθμητικής. Η εικονογράφηση ανοιχτόκαρδη σαν ζωγραφισμένη μπροστά μας με κραγιόνια, τα συννεφάκια με τα λόγια διασκεδάζουν το κείμενο.

Ας ετοιμαστούμε να ταξιδέψουμε όλοι μας στην Κίνα έτσι και αλλιώς. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες έφτασαν!

Κυριακή, 3 Αυγούστου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 42




Ζοζέ Σαραμάγκου, Ιστορία της πολιορκίας της Λισαβόνας, μυθιστόρημα, μετάφραση από τα πορτογαλικά Αθηνά Ψύλλια, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1998, 398 σ.
σειρά: συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο


Θα έλεγε κανείς ότι με τον καιρό η ανάγνωση γίνεται ευκολότερη, όπως γίνονται πολλά πράγματα με το πέρασμα του χρόνου. Η επανάληψη και η εξάσκηση κάνουν τις διαδρομές μηχανισμούς βολικούς. Ο έμπειρος αναγνώστης ρουφάει τα βιβλία άκοπα, καταπίνει το περιεχόμενο με την ευχέρεια της τριβής στο άθλημα. Μπορεί και να συμβαίνει, μπορεί πάλι όχι σε βιβλία ενδιαφέροντα. Τα διαβάσματα σωρεύονται, δημιουργούν επίπεδα, γωνιές, διακλαδώσεις, δεν μένουν στα χοντρά, φτιάχνουν διαφοροποιήσεις, φέρνουν συσχετισμούς και αλληλουχίες. Όλα αυτά πυροδοτούνται με την παραμικρή αφορμή νέων αναγνώσεων με αποτέλεσμα να σταματάει η ροή, να χάνεται ο ρυθμός, να κοντοστέκεσαι για να ανακαλέσεις προηγούμενες σκέψεις, εικόνες ή και συναισθήματα. Επιβραδύνσεις, προσθήκες, νέα χτισίματα, αναθεωρήσεις ίσως, προσαρμογές συνεχείς, αναπλάσεις. Έτσι ενώ η ανάγνωση θα έπρεπε να γίνεται σε γρηγορότερο ρυθμό παίζει καθυστερήσεις. Η αφομοίωση παίρνει τον χρόνο της, καθώς έχουν μπει σε λειτουργία αυτές οι διεργασίες ένταξης. Ακόμα χειρότερα όταν το έργο ανήκει στον Ζοζέ Σαραμάγκου (έχω ένα μικρό τρακ όπως με τον Μπόρχες).

Τέτοια προκαλεί Η πολιορκία της Λισαβόνας, που θα μπορούσε να αναφέρεται στην όποια πολιορκία. Στην Ιστορία του καθενός υπάρχουν ένα σωρό πολιορκίες, καθοριστικές σαν και του βιβλίου που σηματοδοτεί την απαρχή του πορτογαλικού κράτους αλλά και ελάσσονες, για αυτό, άλλωστε, κατασκευάζονταν τα κάστρα, για να υφίστανται και να υπομένουν πολιορκίες. Το μυθιστόρημα περιλαμβάνει ένα σωρό πολιορκίες, πολιορκίες εσωτερικές, ερωτικές, πολιορκημένες ζωές, πραγματεύεται και τοίχους που πέφτουν, ανατροπές που οδηγούν σε αλλαγές καταλυτικές. Με τέμπο καταιγιστικό και συνάμα ιδιαίτερα πυκνό, με τα λιγότερο δυνατά σημεία στίξης, ο λόγος κινείται μεταξύ πολλών αφηγήσεων, σε διάφορους χρόνους, μα σε έναν τόπο, την πόλη της Λισαβόνας, την παλιά και ό,τι έχει απομείνει από αυτήν και την νέα.

Το βιβλίο ανήκει στην στήλη οπωσδήποτε γιατί φέρνει στο προσκήνιο έναν ακόμα κρίκο της παραγωγής βιβλίων, τον επιμελητή κειμένων και το προφίλ της δουλειάς του. Σχεδόν μια ολόκληρη σελίδα (σ. 30) χρειάζεται για να απαριθμηθούν τα λεξικά που έχει στην διάθεσή του. Είναι τόσο συστηματικός που έχει κατατάξει τα πιθανά λάθη σε τέσσερις κατηγορίες: της ανθρώπινης φύσης, τα ατομικά, τα γλωσσικά, και τέλος αυτά που ονομάζει λάθη των συστημάτων. Ο επιμελητής είναι ο πιο προσεχτικός αναγνώστης, ο πρώτος επίσημος πριν από το τύπωμα, ο πιο κριτικός, ο πιο υπεύθυνος και για αυτό νευρικός. Στην μνήμη του κρατάει στίχους και πεζά, ολόκληρες προτάσεις «με σημασία, και πλανιούνται στη θύμηση σαν ακίνητα και αστραφτερά κύτταρα που έρχονται από άλλους κόσμους…» (σ. 205).
Ο επιμελητής πλησιάζει κάθε λέξη με προσοχή, δεν γίνεται να μεταφέρονται με ελαφρότητα, θα πρέπει να μην υπάρχει αναντιστοιχία ανάμεσα στις λέξεις και τις σημασίες τους.. Με τις επινοήσεις μας, τις λέξεις, προσπαθούμε να εκφράσουμε τα πάντα, ακόμα και αυτά που δεν έχουν και δεν θα αποκτήσουν όνομα. Οι λέξεις και η σπουδαιότητά τους έρχεται και επανέρχεται «η λέξη, οποιαδήποτε κι αν είναι αυτή, έχει αυτή την ευχέρεια ή το χάρισμα να οδηγεί πάντα σ’ αυτόν που την είπε, κι ύστερα, ίσως ίσως, εμάς, που τρέχουμε ξωπίσω της σαν κυνηγόσκυλα… » (σ.75). [Και ποιαν να πιστέψουμε και ποιαν να κυνηγήσουμε.] «… η σκέψη ακολουθεί τις εικόνες της διαδρομής τους, που γεννιούνται όπως γεννιούνται και οι λέξεις, έτσι.» (σ. 132). «… αναζητά τις λεπτές έννοιες που φέρουν οι λέξεις και που σημαίνουν πάντα κάτι παραπάνω από αυτές,… » (σ. 158). Και σταματώ για τις λέξεις και την μαγεία τους.
Ο Σαραμάγκου μας μιλά και για την δημιουργία ιστοριών, τις αληθινές και τις ψεύτικες, τις εκδοχές, την μια μέσα στην άλλη, για την αρχή και το τέλος, τις δυνατότητές τους, για την σχέση λογοτεχνίας-ζωής-μνήμης.
Ένας επιμελητής σέβεται τον συγγραφέα, είναι φορές που δεν τον διορθώνει για να μην τον προσβάλει. Υπάρχει άγραφος δεοντολογικός κώδικας που επιβάλλει την ευθυγράμμιση του επιμελητή με τις απόψεις του «αλάνθαστου» συγγραφέα. Ενώ ο Ραϊμούντο Σίλβα έχει υπακούσει στον νόμο σε όλη του την επαγγελματική ζωή, στην περίπτωση της επιμέλειας της πολιορκίας της Λισαβόνας, παρεμβαίνει με ένα «δεν». Αλλάζει μια πρόταση δίνοντας αυτόματα μια άλλη, την εντελώς αντίθετη, νοηματική εκδοχή της. Οι Ισπανοί δεν πολέμησαν στο πλευρό των Πορτογάλων εναντίον των Αράβων. Ο Ραϊμούντο Σίλβα ζει με ντοστογιεφσκική αγωνία έως ότου ανακαλυφθεί η λανθασμένη παρέμβασή του που όταν γίνεται αντιληπτή, δεν ισοδυναμεί με απόλυση αλλά με στενότερη επιτήρηση από την νέα υπεύθυνη συντονισμού των επιμελητών την Μαρία Σάρα. Εκείνη τον εμπιστεύεται, τον παρακινεί να γράψει την δική του ιστορία της πολιορκίας. Και εκείνος την γράφει, πλάθοντας παράλληλες ιστορίες και για πρόσωπα που ίσως να έζησαν κάπως όπως τους φαντάστηκε ανάμεσα στο στράτευμα των 13.000 ανθρώπων.
Μάλλον παρασύρθηκα και θα κλείσω λίγο απότομα.
Κάθε άνθρωπος έχει και την ιστορία του, άλλες συναντιούνται με τις λέξεις, οι περισσότερες μάλλον όχι.

Δευτέρα, 28 Ιουλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 41


Αντρέ Σιφρίν, Εκδόσεις χωρίς εκδότες, μετάφραση Κίττυ Ξενάκη, επιμέλεια Άννα Σταυροπούλου, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 1999, 139 σ.

Γυρνάω στο πολύτιμο ειδικό ράφι που φιλοξενεί τα βιβλιοβιβλία. Δεν χρειάζεται και πολύ ξεσκόνισμα, καθώς έχει συχνή κίνηση. Κατά μέσο όρο ένα ράφι κρατάει 30 με 40 βιβλία, οπότε λογικά έχει φθάσει στο όριό του. Είναι ξέχειλο, κάθετα, οριζόντια και τοποθετημένα από πάνω πλαγιαστά. Ξεκινάει η επέκταση σε δεύτερο ράφι. Αρχικά επιθυμούσα να τα κατέχω όλα, μα τώρα έχω κρίνει ότι δεν είναι απαραίτητο. Αυτό ισχύει και για τα βιβλία για βιβλία που έχουν παρουσιαστεί ή μπορεί και να παρουσιαστούν εδώ ή οπουδήποτε. Το σημαντικό είναι να είναι διαβασμένα. Πάντα κάτι αφήνουν μέσα, μια ανταπόκριση, μια διάθεση, μια σκιά της ανάγνωσής τους, που χωνεύεται διυλισμένη.

Έχουν περάσει εννέα χρόνια από την κυκλοφορία του βιβλίου αναδρομή-προειδοποίηση για το μέλλον των εκδόσεων. Είναι τεχνολογίες που μένουν σταθερές για δεκαετίες, δημιουργούν καθιερώσεις, γίνονται σχεδόν αμετακίνητα δεδομένες και ξαφνικά το επόμενο βήμα φέρνει ολική ανατροπή. Κάτι τέτοιο έγινε και με την εκδοτική δραστηριότητα: άλλαξε μέσα σε λίγα χρόνια στο βαθμό που είχε μείνει περίπου ακίνητη για εκατό χρόνια. Άλλαξαν βέβαια τα μέσα και ο τρόπος παραγωγής και διακίνησης, άλλαξε όμως και το βιβλίο ως αντικείμενο της αγοράς. Όχι ότι δεν είναι απόρροια κόπου και εργασίας αλλά δύσκολα μετρήσιμου και ποτέ αντιστοιχισμένου απόλυτα.
Άλλαξαν οι νοοτροπίες, τα βιβλία και το περιεχόμενο που κλείνουν ονομάστηκαν προϊόντα, πνευματικά, πολιτισμού δεν έχει σημασία και εντάχθηκαν στον τεράστιο τομέα των μέσων ενημέρωσης, στην βιομηχανία του θεάματος.

Το επάγγελμα του εκδότη είναι μια ιστορία σύνθετη με αποχρώσεις και όρια κυμαινόμενα με διάφορες παραλλαγές από το ξεκίνημά της έως σήμερα: συγγραφέας-εκδότης, τυπογράφος-εκδότης, βιβλιοπώλης-εκδότης, χορηγός-εκδότης (και σπανιότερα μεταφραστής-εκδότης, επιμελητής-εκδότης). Οι μονοδιάστατοι δυϊκοί ρόλοι και οι συνεργασίες σε ατομικό και επαγγελματικό επίπεδο είναι ιστορίες που ποικίλλουν, κατά τόπους και χρόνους τροποποιημένοι. Ο εκδότης είναι που αναλαμβάνει τα έξοδα του τυπώματος βιβλίων, που αποφασίζει και παίρνει το βάρος της απόφασης κυκλοφορίας ή μη ενός έντυπου. Και κάθε εκδότης-εκδοτικός οίκος έχει τον χαρακτήρα του, έχει την σφραγίδα του ύφους που επιλέγει για τον εαυτό του, μια ειδίκευση, εκείνο που τον ξεχωρίζει.

Ο Αντρέ Σιφρίν μιλάει για την ιστορία του πατέρα του που γεννημένος στην Ρωσία στα τέλη του 19ου αιώνα, μετακινείται στην Γαλλία και στην συνέχεια, και πάλι αναγκαστικά, στην Νέα Υόρκη. Παντού ασχολείται με εκδόσεις, έχει πολιτική και άποψη, την διάδοση της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε λογικές τιμές. Συνδυάζει την ποιότητα με την τιμή. Οι αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών, φαινόμενο συνεχές και παμπάλαιο, έχει επιπτώσεις σε πολλά επίπεδα, και γεωγραφικά. Κάποιος που εγκαταλείπει έναν τόπο αφήνει ένα κενό εκεί και καταλαμβάνει έναν άλλο χώρο σε κάποιο άλλο σημείο. Εγκαθίσταται στον νέο μέρος κουβαλώντας, εκούσια και ακούσια, μαζί του αυτό που είναι. Μπορεί να ηχήσει απλοϊκό αλλά αυτόματα στο μυαλό μου έρχεται η μετακίνηση των λογίων της Ανατολής προς την Δύση πριν την κατάλυση του Βυζαντίου. Άνθρωποι που μεταφυτεύτηκαν και άνθρωποι που εξακολουθούν να μεταφυτεύονται.
Και όσο η στρατηγική των εκδοτικών οίκων προσπαθούσε να λειτουργήσει σε όφελος του κοινού, παντρεύοντας «το καλό βιβλίο» με τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό αναγνωστών χωρίς να παραμερίζει το κέρδος, οι ωφελημένοι ήταν και στις δυο πλευρές. Όσο επιχορηγούνταν συστηματικά οι βιβλιοθήκες στον σαξονικό κόσμο, η κίνηση των εκδόσεων είχε βρει ένα ρυθμό ροής. Οι καιροί άλλαξαν, κυριάρχησε νέα ιδεολογία: προλογοκρισία τι θα τραβήξει, ποια στάνταρ συνταγή τραβάει, ένας τρόπος λειτουργίας με συγκεκριμένες απαιτήσεις, με σαφείς αξιώσεις άμεσης αποδοτικότητας, το σύστημα των best sellers, συγκεντρωτική διοίκηση, οι τεράστιοι όμιλοι, οι εξαγορές και απορροφήσεις, η πολιτική και οι πολιτικές των εκδοτικών οίκων και των συγκροτημάτων που τους στηρίζουν, τα διαπλεκόμενα μέσα, ο Τύπος, το ραδιόφωνο, η τηλεόραση, τα μονοπώλια, ο κλοιός που πολιορκεί το κοινό. Παραδείγματα επί παραδειγμάτων, παγκόσμια, ένθεν και ένθεν του Ατλαντικού. Εικόνα πιεστική, ζοφερή για το μέλλον της έντυπης σκέψης.
Με μια μικρή αχτίδα αισιοδοξίας κλείνει ο Σιφρίν. Επιλογές και εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν μα χρειάζονται μαχητές να τις παλέψουν, να αναζητήσουν τους εξαφανισμένους αναγνώστες, να προσελκύσουν το ενδιαφέρον ξανά, να αναβαθμίσουν, να προσφέρουν αξιοπρέπεια, να προτείνουν μια άλλη όψη της οικονομίας.
Στο σημείο αυτό ας υπογραμμιστεί η προς το παρόν ελευθερία στο διαδικτυακό σύμπαν, ας κάνουμε χρήση…

Κυριακή, 20 Ιουλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 40



Ζαν Εσενόζ, Ζερόμ Λεντόν, μετάφραση Νίκος Παναγιωτόπουλος, εκδόσεις ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2003, 62 σ.


Ο Stephen King κουβαλάει μαζί του βιβλία και καταπιάνεται με το διάβασμα σε κάθε ευκαιρία, όπου σταθεί και όπου βρεθεί. Καθηλωμένος στην κίνηση, περιμένοντας την σειρά του στις υπηρεσίες, τον γιατρό να τον δεχθεί. Είναι ο τρόπος του, να διαβάζει συνεχώς άλλους συγγραφείς και να γράφει. Ζήλεψα λίγο. Αρκετά. Μπήκα και σε σκέψεις. Υπάρχει, μπορεί να δημιουργηθεί και άλλος χρόνος διαβάσματος, λοιπόν. Έτσι, χώνω στην τσάντα μου βιβλία, να μου βρίσκονται, να τα διαβάζω στο τρόλεϋ, το λεωφορείο, το μετρό. Και ναι, γίνεται. Προϋπόθεση το βιβλίο να μην είναι τούβλο ασήκωτο, τα στοιχεία του να μην είναι κάτι γραμματάκια τόσα δα να χοροπηδάνε στα τραντάγματα του δρόμου, στους κραδασμούς, να ανοίγει καλά ώστε να μπορεί να κρατηθεί και σε περίπτωση που δεν βρεις θέση να καθίσεις, να είναι πολύ τραβηχτικό και όχι περιγραφικό. Βοηθάει το πρωί να ξυπνάς με καλύτερες προϋποθέσεις, βοηθάει να ξεχνάς το γύρω χάος. Λειτουργεί σαν ασφάλεια αυτάρκειας. Απώλεια είναι ότι καθιστά την παρατήρηση των ανθρώπων και των μικροκαταστάσεων δύσκολη. Το νου σου έχεις να βολευτείς για να ανοίξεις στην σελίδα που έμεινες, να ξαναπιάσεις την ιστορία. Βλέπεις λιγότερα και σε βλέπουν περισσότερο. Όλα τούτα για να πω για τα σύντομα μα ζουμερά βιβλία της στήλης. Διαβασμένα με μια άλλη ένταση.

Στον κόσμο των εκδόσεων οι σχέσεις αλληλένδετες, τα συστατικά που φέρνει ο καθένας εκ των ουκ άνευ. Εκτός από την μακριά και σύνθετη αλυσίδα που γεννάει ένα οποιοδήποτε βιβλίο, υπάρχουν και οι ανθρώπινες σχέσεις, το ξεκίνημα, η διαδρομή, τα σκαμπανεβάσματα, τα αναπάντεχα ή φυσικά τέλη τους. Μια τέτοια σχέση, ουσιαστική και ξέχωρη, είναι του συγγραφέα-δημιουργού με του εκδότη-διαχειριστή. Ο συγγραφέας που δεν επιθυμεί να κάνει τίποτα άλλο στην ζωή του εκτός από το να γράφει, σχεδόν με κάθε κόστος, και ο εκδότης που είναι κάτι σαν συλλέκτης πνευματικά παραγωγικών ανθρώπων, που βάζει στοίχημα στην μετοχή της πρωτοτυπίας και αυθεντικότητάς τους.

Ο τίτλος ένα όνομα, ο συγγραφέας ένα άλλο όνομα, ίδια γραμματοσειρά, ίδιο μέγεθος, σε άλλο χρώμα, ποιος είναι ποιος, ποιος μιλάει για ποιον, τι είναι αυτοί με τα ξενικά ονόματα που αποδίδονται στο περίπου στα ελληνικά (το ζε στο Ζαν και Ζερόμ δεν είναι παχύ, το -όν χάνει το ένρινό του). Ένα βιβλίο στη μνήμη του εκδότη των εκδόσεων Minuit (=Μεσάνυχτα) του Ζερόμ Λεντόν (1925-2001) που κυκλοφόρησε έξι μήνες μετά τον θάνατό του, γραμμένο από τον Ζαν Εσενόζ.
Η προσωπική ιστορία των δυο τους, σκέψεις του συγγραφέα αφιερωμένες στον εκδότη που ανέλαβε την ανακάλυψή του και την πορεία του, μα παράλληλα μια ιστορία με γενικές αναλογίες και ομοιότητες που σημαδεύουν την αναγκαστική συνύπαρξη. Η επίμονη εμμονή του συγγραφέα να στέλνει το χειρόγραφό του σε εκδοτικούς οίκους, να τρώει πόρτα από μικρούς οίκους για να του ανοίξει ο γνωστός. Η πρώτη εκδοτική απόπειρα, όχι και τόσο επιτυχημένη (ψιλοχάλια), η συνέχεια συνεχώς βελτιούμενη, και προϊόντος του χρόνου στεφανωμένη με βραβεία. Καθημερινότητα σε εργασιακή μοναξιά, δημοσιότητα, ένα βιβλίο κάθε 2-3 χρόνια και η παρουσία του εκδότη εκεί, με έναν κώδικα δικό του, της δικής του προσωπικότητάς του συνδυασμένη με την εικόνα και τον ρόλο του εκδότη. Καθόλου στην γραμμή του πατρικού, προστατευτικού, του υποδοχέα των συναισθηματικών ανασφαλειών και της γκρίνιας. Υπερασπιστής της ενιαίας τιμής του βιβλίου, της ανεξαρτησίας των εκδοτικών οίκων, του ποιοτικού, της επιλογής του επιπέδου, κάθετος κατά της λογοκρισίας.
Η θέαση των πραγμάτων διάφορη μα λειτουργικά συμπληρωματική. Οι ανάγκες του συγγραφέα, τουλάχιστον στην αρχή, όχι ταυτόσημες με του εκδότη «… το ουσιαστικό είναι πως αυτό το βιβλίο υπάρχει. Δεν έχω καταλάβει ακόμη πως ένα βιβλίο εκδίδεται για να πουληθεί. Κι αυτό θα το μάθω αργότερα.» (σ. 21) Επιθυμία πιεστική του συγγραφέα είναι να ενσαρκωθεί σε βιβλίο το δημιούργημά του. Του εκδότη να το διακινήσει, να καταφέρει να γράψουν παρουσιάσεις, κριτικές –κατά προτίμηση θετικές– να πουλήσει, να μεταφραστεί. Ο καθένας τους παρών από διαφορετικό σημείο, σε τροχιά συνεργασίας και κατανόησης. Παραπάνω από γνωστοί, φίλοι σε μια σχέση που διαρκεί, μα όχι και κολλητοί. Η απώλεια του Λεντόν αποτυπωμένη από τον Εσενόζ με ελεγχόμενο συναίσθημα, από ψύχραιμη απόσταση.

Κυριακή, 13 Ιουλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 39


Άμος Οζ, Η νύχτα του συγγραφέα, μυθιστόρημα, μετάφραση από τα εβραϊκά Λουίζα Μιζάν, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2008, 183 σ.
σειρά: Συγγραφείς απ’ όλο τον κόσμο.
Τυπωμένο σε οικολογικό χαρτί.

Λογοτεχνικές βραδιές οργανώνονται συνεχώς, ακάθεκτα. Ανά τον κόσμο, φαίνεται. Είναι εκείνα τα βαριά απογεύματα όπου συγκεντρώνονται άνθρωποι να ακούσουν έναν κάποιο γνωστό συγγραφέα να μιλάει για την ζωή και την δουλειά του. Άλλους να μιλούν για τον συγγραφέα με λόγια εισαγωγικά και επαινετικά. Διαβάζονται και αποσπάσματα παλαιότερου ή και του καινούργιου του έργου. Στο τέλος, η βραδιά κλείνει με ερωτήσεις των ακροατών προς τον συγγραφέα. Και ενώ μοιάζει κανένας να μην επιθυμεί να παρίσταται στην βραδιά, συμπεριλαμβανομένου και του τιμώμενου συγγραφέα, παρόλα αυτά ένα σωρό άνθρωποι είναι παρόντες. Τις εκδηλώσεις αυτού του είδους έχουν σχολιάσει παντελώς αρνητικά και κατ’ επανάληψη λογοτέχνες, ποιητές και δημοσιογράφοι. Τις έχουν σατιρίσει εκπομπές όλων των οπτικοακουστικών μέσων. Παρ’ όλες τις επικρίσεις επιζούν.
Με αφορμή μια λογοτεχνική βραδιά ξετυλίγεται Η νύχτα του συγγραφέα, αφηγητή πραγματικών, μαθηματικά προβλέψιμων γεγονότων, μάλλον προσχεδιασμένων, χωρίς πρωτοτυπία. Εδώ, ο συγγραφέας παρακολουθεί τον ίδιο του τον εαυτό μέσα στο περιβάλλον, παρατηρεί τον χώρο, παρακολουθεί τους ανθρώπους που βλέπει αλλά δεν γνωρίζει. Και μάλλον δεν θα μάθει ποτέ. Σε αυτούς τους ορατούς άγνωστούς του, δίνει ονόματα που, κατά την κρίση του, τους ταιριάζουν και φτιάχνει ένα πιθανό αληθοφανές σενάριο ζωής, με τα συστατικά της: γεγονότα, στοιχεία, συγκυρίες, εμπειρίες, αισθήματα. Χτίζει καταστάσεις, μηχανεύεται περιστάσεις, μοιράζει λύπες, αρρώστιες και αδιέξοδα, τους σκέφτεται πώς ήταν στο παρελθόν και φαντάζεται τι θα ήθελαν να κάνουν στο μέλλον. Τους χαρίζει καλές και κακές στιγμές (οι κακές έπονται συνήθως των καλών και συνδέονται με τα γερατειά και τις αρρώστιες). Παλινδρομεί, κάνει διορθώσεις για αυτό που είναι και τι κάνον. Είναι, και τελικά γίνονται τόσο πραγματικοί για τον συγγραφέα που τον επηρεάζουν άμεσα. Βγάζει άμυνες και επιθέσεις αντιδρώντας στα υπαρκτά πρόσωπα με τις πλασμένες υποθέσεις ζωής, σαν να ήταν ενιαίες οντότητες. Το πραγματικό μαγειρεύεται με το πλαστό και φτιάχνει δική του γεύση, μπερδεύοντας τα σύνορα και τις βεβαιότητες.
Έτσι όπως εμείς, όταν καθόμαστε στις καφετέριες, κοιτάμε ένα γύρω και ψάχνουμε με τα μάτια τους άλλους, τους μετράμε και για παιχνίδι, μαντεύουμε από πού είναι, τι κάνουν στην καθημερινότητά τους, τις συνήθειές και τις επιδιώξεις τους. Παιχνίδι διασκεδαστικό, ελεύθερων σχεδιασμών που προδίδει και την διάθεση και στάση όσων το παίζουν. Ο Θ. βλέπει δημόσιους υπαλλήλους με ιδιαίτερη προτίμηση στο υπουργείο Γεωργίας και σε διάφορα ταμεία, ο Η. βλέπει την αγωνία των μοναχικών ανδρών και των μειονεκτικών ανθρώπων, ο Α. βλέπει την αστεία πλευρά του καθενός στις προσωπικές στιγμές του, ο Χ. επικεντρώνεται στις σχέσεις της παρέας, η Ο. ξαφνιάζεται όταν δεν ταιριάζει ο ήχος της φωνής με την εμφάνιση και πάει λέγοντας.
Το παιχνίδι των ανθρώπινων ιστοριών, η παρατήρηση και η πραγματικοφαντασιακή καταγραφή είναι η δουλειά του συγγραφέα νύχτα και μέρα. Για παράδειγμα ο Οζ, το δίνει νύχτα, εφαρμοσμένο πάνω σε μια εκδήλωση γνωστή του, που έχει επαναλαμβανόμενα βιώσει. Δεν έχουμε τίποτα άλλο παρά ένα βιβλίο για το γράψιμο, για τον μηχανισμό παραγωγής αφηγήσεων οι οποίες πάντως περιλαμβάνουν τον ίδιο τον αφηγητή, πρόκειται για αληθινές εικόνες, επεξεργασμένες όμως, ντυμένες μυθοπλαστικά αν και είναι αληθοφανείς. Εφαρμοσμένη στην πράξη λογοτεχνική θεωρία. Χωρίς οδηγίες και συμβουλές, αφ’ υψηλού και από την απέξω. «… γράφεις… σαν φωτογράφος οικογενειακών συναθροίσεων… πηγαίνεις και τους τακτοποιείς σε ημικύκλιο με τους ψηλούς όρθιους, στα πόδια τους καθίζεις τους κοντούς,… μειώνεις τα κενά μεταξύ τους… ισιώνεις απαλά… κανένα κολάρο, το γιακά ενός πουκάμισου,…» (σ. 142).
Μικρά κεφάλαια, μιάμιση έως δυόμιση σελίδων, προβολές σκέψεων που δεν διαρκούν παραπάνω. Φλασιές που πάνε και έρχονται, συμπληρώνονται, προχωράνε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Η μορφή που κουμπώνει με το περιεχόμενο και την μέθοδο.
Η νύχτα… ανοίγει με έναν καταιγισμό ερωτήσεων (Γιατί γράφεις; Και για ποιον; Γιατί με αυτόν τον τρόπο,…) τις οποίες ο συγγραφέας επαναφέρει, σχεδόν βασανιστικά, ενοχικά, χωρίς να καταφέρνει να τις απαντήσει επακριβώς, ενώ έχει πλησιάσει με την ατομική του διορατικότητα και μας έχει φέρει σε κοντινό πλάνο μια επίγνωση. Κίνητρό του όταν ήταν μικρός «μια ανεξάντλητη περιέργεια να προσπαθήσει να καταλάβει γιατί οι άνθρωποι προξενούν διαρκώς στους συνανθρώπους τους και στον εαυτό τους πράγματα που δεν είχαν καθόλου την πρόθεση να προξενήσουν.»

Και καλά μπάνια!

Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 38


Πόλυ Βασιλάκη, Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Η κυρία Καμηλοπάρδαλη ήταν σοφή!, εικονογράφηση Λίλα Καλογερή, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2005, 28 σ. + 4 σ. χωρίς αρίθμηση.
Σειρά: Χωρίς σωσίβιο, επίπεδο 2.

Από όλα τα ζώα της ζούγκλας μόνο η καμηλοπάρδαλη με τα στρογγυλά κόκκινα γυαλιά δεν έτρεμε το λιοντάρι, την τίγρη και τον πάνθηρα. Τα άγρια ζώα που όταν μούγκριζαν, τρόμαζαν τα άλλα ζώα, τα μικρά σαν την μαϊμού και τον σκίουρο αλλά και τα πιο μεγάλα σαν το ελάφι και τον ελέφαντα. Όταν έβλεπαν τα νύχια και τα δόντια τους φοβόντουσαν, έτρεχαν, κρυβόντουσαν.
Ατάραχη έκανε η καμηλοπάρδαλη το πρόγραμμά της νύχτα μέρα. Όλοι απορούσαν με την στάση της και τα ζώα που φόβιζαν και αυτά που φοβόντουσαν. Εκείνο που την διαφοροποιούσε, ανακάλυψε η μαϊμού κρυφοκοιτάζοντας ένα βράδυ, ήταν ότι διάβαζε.
Η είδηση μεταφέρθηκε στην ζούγκλα και προκάλεσε μεγάλη απορία. Το άγριο τρίο της χτύπησε την πόρτα να ρωτήσει. Πρόθυμα η καμηλοπάρδαλη τους έδειξε την πλούσια βιβλιοθήκη της και τους εξήγησε ότι η γνώση σκοτώνει τους φόβους. Για παράδειγμα τα άγρια ζώα επιτίθενται όχι από κακία αλλά από πείνα. Η απάντηση ανακούφισε τα τρία θηρία που στην πραγματικότητα δεν ήθελαν να είναι κακά. Ήθελαν να έχουν φίλους και να κάνουν παρέα και με άλλα ζώα και όχι μοναχά αναμεταξύ τους. Η καμηλοπάρδαλη που μοιράστηκε το μυστικό της, έγινε η βιβλιοθηκονόμος της ζούγκλας όπου η ζωή ρυθμίστηκε αλλιώτικα. Χωρίς φόβο, με γνώση και συλλογικότητα.
Μικρό βιβλιαράκι που απευθύνεται σε παιδιά της πρώτης και της δευτέρας δημοτικού που αρχίζουν να διαβάζουν χωρίς υποστήριξη και είναι σε θέση να διαχειριστούν ένα λεξιλόγιο περίπου 400 λέξεων. Οι ζωγραφιές καταλαμβάνουν τον πιο σημαντικό χώρο με τα ζωντανά τους χρώματα, τις φιλικές φιγούρες και τα παιχνίδια που βρίσκονται στο τέλος του βιβλίου.
Το βιβλίο δεν αποτελεί μόνο ένα πεδίο αναγνωστικής άσκησης. Ταυτόχρονα μιλάει για αυτήν. Δικαιώνει την διαδικασία της ανάγνωση και την προάγει συνολικά, με επιχειρήματα. Η ανάγνωση είναι κατάκτηση που οδηγεί σε μια δύναμη δική της που δεν στηρίζεται στα δυνατά δόντια και νύχια, στα μουγκρητά, στην σωματική βία. Η ισχύς της είναι η γνώση για τα πράγματα και τα ζητήματα που μας περιβάλλουν. Αυτά που έχουν μελετηθεί από άλλους, τα αυτονόητα και τα μη, τα δύσκολα, τα μυστήρια και επικίνδυνα, τα πληγωτικά, στην τελική όλα. Η ιστορία της κυρίας καμηλοπάρδαλης καλλιεργεί την εμπιστοσύνη σε αυτά που η ανθρωπότητα έχει κερδισμένα στα χωράφια της γνώσης. Και με αυτήν την έννοια προσπαθεί να διαπλάσει κιόλας το πνεύμα, να κερδίσει τις εντυπώσεις για τις ωφέλειες που απορρέουν από το να ξέρει κανείς…

Η ιστορία μιλάει και για την διανομή των ρόλων. Το πόσο δύσκολο είναι να βγει κανένας από τον κοινωνικό του ρόλο και να παίξει το έργο της ζωής του διαφορετικά από το προβλεπόμενο –ίσως και επιτρεπτό δοσμένο σενάριο. Στην περίπτωση που γίνει μια ανατροπή περνάει μέσα από τον δρόμο της κατανόησης και της γνώσης, φορέας της οποίας είναι ο έντυπος -σήμερα δεν μπορεί να μείνει στην απέξω και διαδικτυακός– πολιτισμός μας. Αυτός ο πολιτισμός είναι λεωφόρος ταχείας κυκλοφορίας που από την μια πληροφορεί, ενημερώνει, μας μαθαίνει αλλά από την άλλη συχνά μπερδεύει.

Τετάρτη, 2 Ιουλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 37


Όσνε Σέιερσταντ, Ο βιβλιοπώλης της Καμπούλ, μετάφραση Άννα Παπαφίγκου, επιμέλεια Θέμις Μίνογλου, εκδόσεις Κριτική, Αθήνα 2003, 292 σ., σειρά: Cosmos 3.

Διαλέγω να μαθαίνω και να σπρώχνω τα πολύ δύσκολα σε γωνιές κρυφές, είναι αλήθεια. Με τον Βιβλιοπώλη της Καμπούλ μαθαίνω πράγματα που γίνονται στην παραπέναντι όχθη και διαλέγω να μην ξεχνάω. Το αντίθετο μάλιστα, διαβάζω για να φωτίζω ξανά, όχι από περαστική περιέργεια μα ακριβώς για να μην ξεχνάω. Γιατί τότε, αν το κάνω, είναι σαν να κλείνω τα μάτια και να διαλέγω να ζω στον κόσμο της ροζουλής Μπάρμπι, στον επίπεδο τηλεοπτικό χωρόχρονο, στο ενημερωμένο αδιάφορο.
Πιο ρεαλιστικός ο τίτλος του βιβλίου δεν γινόταν. Μιλάει για τον Σουλτάν Χαν, έμπορο βιβλίων στην πόλη της Καμπούλ που επιβλήθηκαν κατά σειρά οι κομμουνιστές, οι Μουτζαχεντίν και οι Ταλιμπάν, όλοι φέρνοντας μαζί τους όλη την βία σε όλες τις εκφάνσεις της. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2002 στο Όσλο και περιλάμβανε εικόνες και διηγήσεις, αν και προσωπικές, πρόσφατες και επίκαιρες έως και το 2001.
Η συγγραφέας δημοσιογράφος, αυτόπτης μάρτυρας, παρατηρεί την ζωή στο δημόσιο και ιδιωτικό επίπεδο, ζώντας μέσα στο τριάρι του βιβλιοπώλη. Μοιράζεται την καθημερινότητα των γυναικών και των παιδιών. Περιγράφει και παρατηρεί τις σχέσεις των μελών της οικογένειας, τον τρόπο που διαμορφώνονται, το σκεπτικό που τις διέπει. Πάντοτε, βέβαια, με τα μάτια και στα βήματα του ανθρώπου της Δύσης. Παρατηρεί και σχολιάζει και όσα διαδραματίζονται στο δημόσιο γίγνεσθαι. Το βιβλίο λειτουργεί ως κεραία λήψης μηνυμάτων που έρχονται από πολλές κατευθύνσεις. Κύρια δίοδος είναι η επικοινωνία στην αγγλική γλώσσα. Η οικογένεια είναι από μόνη της μια ιδιαίτερη οικογένεια μιας και γνωρίζει όχι μόνο γραφή και ανάγνωση αλλά και αγγλικά. Και παρόλα αυτά ο βιβλιοπώλης που ενδιαφέρεται για το μέλλον της χώρας του, διαθέτει άποψη πολιτική αλλά και επιχειρηματική –την οποία εφαρμόζει με πρόγραμμα και αδιάλλακτη σκληρότητα όπου κρίνει απαραίτητη–, με τις γυναίκες του σπιτικού του είναι σκληρός, χωρίς κατανόηση για τις ανάγκες τους, τα όνειρα που είναι δυνατόν να έχουν και τις απογοητεύσεις τους. Σκληρός είναι και με τους γιους τους που δεν ακούει και τους χρησιμοποιεί ανάλογα με τις υποχρεώσεις των βιβλιοπωλικών καταστημάτων του.
Ο Σουλτάν, γιος αναλφάβητων γονέων, εγκατέλειψε το επάγγελμα του μηχανικού εξαιτίας της αγάπης του για τα βιβλία. Πλασιέ βιβλίων στα εφηβικά του χρόνια, φρόντισε να προμηθεύει τους συμφοιτητές του με τα κατάλληλα εγχειρίδια, αγόρασε ένα στοκ βιβλίων διαφόρων θεμάτων από την Τεχεράνη για να ανοίξει το πρώτο του βιβλιοπωλείο στην αγορά την δεκαετία του 1970. Πουλούσε κείμενα εγκριμένα και από τους Μουζαχεντίν και από τους κομμουνιστές, ό,τι ήθελε η εξουσία αλλά και ό,τι ήθελε ο κόσμος. Τα απαγορευμένα τα έκρυβε. Δυο φορές τον συνέλαβαν, έφαγε ξύλο μέχρι ολικού μελανιάσματος, μπήκε φυλακή στην πτέρυγα πολιτικών κρατουμένων, μακριά από βιβλία και χαρτιά. Δωροδοκώντας κατάφερε να βάλει λαθραία βιβλία, διάβασε ιστορία, ποίηση, λογοτεχνία, περσική φιλοσοφία και η ήδη σταθερή απόφασή του να έχει να κάνει με τα βιβλία, ρίζωσε κάθετα. Βγαίνοντας για λόγους ασφάλειας, μετακόμισε με την οικογένειά του στο Πακιστάν. Στην επιστροφή τους βρήκε το βιβλιοπωλείο λεηλατημένο, τις συλλογές του κατακλεμμένες, όπως άλλωστε και αυτές της Εθνικής Βιβλιοθήκης. Οι Ταλιμπάν συνέχισαν το έργο της καταστροφής των βιβλίων και ισοπέδωσαν κάθε δείγμα πολιτισμού. Παρόλα αυτά ο Σουλτάν κατάφερε να διατηρεί τρία βιβλιοπωλεία στην Καμπούλ και να διαθέτει περισσότερα από 10.000 βιβλία κρυμμένα εδώ και εκεί, σε πολλά σημεία. Ήλπιζε ότι κάποτε όλα θα τελείωναν. Η χώρα θα ξαναστηνόταν και η Εθνική Βιβλιοθήκη θα ξαναλειτουργούσε. Η σχέση των διαφορετικών καθεστώτων με το βιβλίο ελεγκτική, επιθετική, καταστροφική και οι άνθρωποι του βιβλίου σε διωγμό.

Ο βιβλιοπώλης –άνθρωπος του βιβλίου σαφώς– είναι εκείνος που πουλά βιβλία ή είναι και ιδιοκτήτης βιβλιοπωλείου, κρίκος βασικός στην μακρά αλυσίδα παραγωγής –συχνά βιβλιοπώλες είναι και εκδότες– και διακίνησης του βιβλίου. Είναι ο βασικός υπεύθυνος που φέρνει το βιβλίο στο κοινό, το βάζει στην βιτρίνα για τον περαστικό, στον πάγκο για όσους θέλουν να πιάνουν το χαρτί, να ελευθερώνουν την μυρωδιά του μελανιού, να ξεφυλλίζουν, να αγοράζουν και να βυθίζονται σε κόσμους τυπωμένους…

Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 36

Στον Spyro
που προσκάλεσε το βιβλίο στην στήλη

Γιοστέιν Γκάαρντερ-Κλάους Χάγκερουπ, Η Μαγική Βιβλιοθήκη, μετάφραση Ιάκωβος Κόπερτι, Εκδοτικός Οργανισμός Λιβάνη, Αθήνα 2002, 299 σ.
σειρά: Ξένη Λογοτεχνία


Η Μαγική Βιβλιοθήκη, ο τίτλος του βιβλίου είναι σαν να μας κεντρίζει με διάφορες ερωτήσεις, όπως «ποια είναι αυτή η μαγική βιβλιοθήκη, τι την κάνει μαγική, πόσο μαγική μπορεί να είναι και ως προς τι, πώς μοιάζει, πού βρίσκεται…». Και αυτόματα σκέφτομαι ότι όλες οι βιβλιοθήκες, μεγάλες-μικρές, και η δική μου ακόμα, είναι μαγικές. Γιατί έχουν την ιστορία τους, κλείνουν χαρές και λύπες, δημιουργούν χώρους με μαγεία που γεύεται ο καθένας στα κρυφά ή στα φανερά, προκαλούν τους αναγνώστες σε όρια πέρα από την πραγματικότητα. Γιατί φτιάχνουν μικρο-ιστορίες στο χτίσιμό τους. Κάθε βιβλίο μια διαδρομή επιλογής, εισαγωγής και ανάγνωσης έως ότου σκαρφαλώσει στο ράφι. Κάθε αντίτυπο γίνεται ξεχωριστό, κάτι σαν την αλεπού του Μικρού Πρίγκιπα, πολλές αλεπούδες που λένε μας ιστορίες γνωστές και άγνωστες, παλιές αφηγημένες με άλλο κέφι κάθε φορά, λησμονημένες, αλλαγμένες, παραλλαγμένες, πύλες πρόσβασης…
Τελικά, τι είναι τα μάγια αν δεν είναι οι υπερβάσεις που κάνουν το αδύνατο πραγματικότητα; Δυνατές επιθυμίες που ανατρέπουν, πίστη σε φαινομενικά ανεφάρμοστες ιδέες, επίμονο σθένος (κόλλημα). Δεν πιάνουν πάντα, ίσως και ποτέ, μάλλον ποτέ, μα βοηθάνε να ζει κανείς μια μαγική περιπέτεια σαν έφηβος, όπως τα ξαδέλφια από την Νορβηγία, την Μπέριτ και τον Νιλς.

Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται «Το βιβλίο των επιστολών» και το δεύτερο λέγεται «Η Βιβλιοθήκη». Δυο εντελώς ξέχωρες γραφές. Η πρώτη επιστολική
η δεύτερη αφηγηματική, και το βιβλίο παίζει με πολλά είδη γραφής εκτός από τα δηλωμένα: θεατρικό, γραφές μέσα στην γραφή, σχολικές εκθέσεις, αποσπάσματα από τον τύπο, σενάριο για βίντεο.
Τα δυο ξαδέλφια στο πρώτο μέρος επικοινωνούν γράφοντας ο ένας στον άλλο. Παρακολουθούν και παρακολουθούνται από την μυστηριώδη βιβλιοθηκάριο με το ρυθμικό μπουμπουνιστό όνομα Μπίμπι Μπόκεν και προσπαθούν να εξηγήσουν τις κινήσεις της που τους φαίνονται από περίεργες έως ύποπτες. Παντού οσμίζονται κινδύνους, απειλές, το μυστήριο να τους κυκλώνει, σαν γνήσιοι ανήσυχοι και ευφάνταστοι έφηβοι. Ως ντετέκτιβ, προσπαθούν να δώσουν ευλογοφανείς –προς το τρομαχτικό– εξηγήσεις σε αυτά που παρατηρούν και στην προσπάθειά τους μαθαίνουν για τον κόσμο των βιβλίων και των βιβλιοθηκών, εκφράζονται μέσα από την ποίηση, ανταλλάσσουν σκέψεις για την φύση των πραγμάτων (είναι το ίδιο πράγμα φαντασία και ψέμα, είναι οι συγγραφείς κατά συρροή ψεύτες, στους αναγνώστες αρέσουν εντέλει τα ψέματα). Γράφει η Μπέριτ «Ξέρουμε πάντα μόνο ό,τι ξέρουμε. Θα ήταν φριχτό ξαφνικά να ξέραμε περισσότερα. Γιατί πώς θα τα ξέραμε;» Και ο Νιλς αισθάνεται ότι όταν γράφει τα πράγματα ξεκαθαρίζουν μέσα του «όταν γράφω σκέφτομαι καλύτερα απ’ ό,τι όταν μιλώ.»
Αναρωτιούνται τι είναι η Μαγική Βιβλιοθήκη: είναι εκδοτική σειρά, εκδόσεις, ένα συγκεκριμένο βιβλίο που έχει εκδοθεί ή πρόκειται να εκδοθεί, το κωδικό όνομα σπείρας βιβλιοκλεφτών, ένας υπόγειος χώρος φύλαξης βιβλίων, ίσως κάτω από τον πάγο ίσως μέσα σε ένα βουνό, ένα θησαυροφυλάκιο-βιβλοθήκη.
Στο δεύτερο μέρος το μυστήριο λύνεται, οι αναζητήσεις προσγειώνονται, η πραγματικότητα κυριαρχεί. Η βιβλιοθήκη υπάρχει, ξεναγούνται σε αυτήν, εξοικειώνονται με τις εικόνες παλαιών βιβλίων, αρχετύπων, την ιστορία του βιβλίου, το χαρτί και τα άλλα υλικά γραφής, την καλλιγραφία, τα τυπογραφικά στοιχεία, τον χρυσοχόο Γουτεμβέργιο και την Βίβλο του, τα προβλήματα στέγασης των εντύπων και των άλλων μορφών αποθήκευσης πληροφοριών όπως οι ταινίες, οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, το στεγαστικό της Εθνικής Βιβλιοθήκης, οι συνθήκες φύλαξης, για να καταλήξουν στον τρόπο προώθησης βιβλίων στο σύγχρονο κόσμο μέσα από ετήσια αφιερώματα.
«…όταν ανοίγω ένα βιβλίο, βλέπω μια ακρούλα του ουρανού… όσα διαβάζω κάνουν τον κόσμο μεγαλύτερο αλλά διευρύνουν και τους δικούς μου ορίζοντες...», ο φανταστικός και μαγικός κόσμος των βιβλίων με τις απέραντες δυνατότητές τους που γεννιούνται κάθε λεπτό σε όλο την γη, συνολικά. Αισιοδοξία.

Γραμμένη η ιστορία της Μαγικής Βιβλιοθήκης από δυο συγγραφείς, από τους οποίους ο ένας είναι ο Γιοστέιν Γκάαρντερ που ξεκίνησε την συγγραφική του καριέρα με ένα μυθιστόρημα που μεταφράστηκε σε πάρα πολλές γλώσσες (συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής) και γνώρισε μεγάλη επιτυχία, τον Κόσμο της Σοφίας. Εκτός από την αγάπη του για τα βιβλία, έχει και αδυναμία στο μυστήριο και την μαγεία, όπως φαίνεται από τους τίτλους άλλων βιβλίων του, παιδικών και μη (Το Μυστήριο της Τράπουλας, Το Μυστήριο των Χριστουγέννων, Μάγια, το θαύμα τη ζωής,…). Και εγώ διαλέγω να πιστεύω στην μαγεία των ανθρώπων έστω και αν… Διαλέγω να μαθαίνω, και διαλέγω να ξεχνάω…

Κυριακή, 15 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 35


Γουσταύος Φλωμπέρ, Βιβλιομανία και ένα σχεδίασμα μυθιστορήματος: Η Σπείρα, εισαγωγή-μετάφραση Ε.Χ. Γονατάς, εκδ. β΄, Στιγμή, Αθήνα 2001, 89 σ.

Βιβλιομανής χαρακτηρίζεται είτε ο μανιώδης συλλέκτης βιβλίων είτε ο εξίσου μανιώδης αναγνώστης βιβλίων, ο βιβλιοφάγος, ο βιβλιολάτρης, ή η βιβλιόψειρα. Ο βιβλιόφιλος είναι πιο ισορροπημένος στην έκφραση της αγάπης του προς τα βιβλία. Ενώ βιβλιομανία είναι η με μανία ενασχόληση με πολύτιμα, σπάνια ή ιδιαίτερα βιβλία, μια μονόδρομη τρέλα που κατατρέχει όποιον έχει προσβληθεί από το μικρόβιό της. Βρίσκεται πολλές κλίμακες πάνω από τον συλλέκτη βιβλίων, τον βιβλιοσυλλέκτη που είναι συστηματικός, ενημερωμένος και οργανωμένος αλλά δεν φτάνει σε σημεία ολικής παράκρουσης προκειμένου να ικανοποιήσει τον συλλεκτικό του πόθο. Και ενώ η βιβλιοκλοπή είναι φαινόμενο διόλου ασυνήθιστο, ο φόνος για την απόκτηση βιβλίων παρατηρείται σπανιότερα. Η στήλη ξεκίνησε με ένα τέτοιο βιβλίο που περιλαμβάνει δύο extreme περιπτώσεις φονέων για χάρη βιβλίων (Βιβλία για βιβλία 1: Κλάας Χούιτσινγκ, Ο Βιβλιοφάγος: τελικά κάνει καλό το διάβασμα, μυθιστόρημα, 2003).

Βιβλιαράκι μικρούτσικο από το οποίο και πάλι μόνο ένα μέρος αναφέρεται στην υπερβολική προσήλωση στα βιβλία. Έως την σελίδα 30, ο λόγιος μεταφραστής μας βάζει στην ζωή, το έργο και το πνεύμα του Γ. Φλωμπέρ (1821-1880) και από την σελίδα 76 βρίσκεται το σχεδίασμα ενός μυθιστορήματος, της Σπείρας. Το κεντρικό μέρος πιάνει η Βιβλιομανία (σ.31-75), δείγμα νεανικής γραφής του Φλωμπέρ. Γραμμένο το 1836, από τα πρώτα διηγήματα του δεκαπεντάχρονου Φλωμπέρ, βασίζεται στην πραγματική ιστορία του Ισπανού μοναχού δον Βισέντε, φύλακα μοναστηριακής βιβλιοθήκης στην βορειοανατολική Ισπανία, την Ταρραγκόνα, που διέπραξε οκτώ φόνους την δεκαετία του 1830, οδηγημένος από την εμμονή του για τα βιβλία. Πολλά από τα πραγματικά γνωστά γεγονότα (το επεισόδιο της δημοπρασίας, η πυρκαγιά, κλπ) δίνονται με παραστατικότητα στο διήγημα αλλά ο Φλώμπέρ επεξεργάζεται το πάθος του καλόγερου-παλαιοπώλη και το τέλος της ιστορίας διαφέρει στην λεπτομέρεια.

Ο Βιβλιομανής του Φλωμπέρ είναι πρόσωπο αντιφατικό: ένας πρώην καλόγερος, άνθρωπος της Βίβλου, του κυρίαρχου δηλαδή βιβλίου, ο οποίος όμως μετά βίας κατέχει την τεχνική της ανάγνωσης, γεγονός εντυπωσιακό μα όχι τόσο ασυνήθιστο σε περασμένες εποχές. Η αντίθεση αυτή, εύρημα του συγγραφέα, τονίζει την νοσηρότητα του πάθους. Η περιγραφή της σχέσης του με τα βιβλία έντονη: «… έπαιρνε ένα, το πιο παλιό, το πιο φθαρμένο, το πιο λερωμένο, κοίταζε με αγάπη και αγαλλίαση την περγαμηνή του, οσμιζόταν τη αγία και ιερή σκόνη του· ύστερα τα ρουθούνια του φούσκωναν από χαρά και περηφάνεια, κι ένα χαμόγελο χάραζε στα χείλη του.» Αυτός ο πρώην καλόγερος γίνεται παλαιοβιβλιοπώλης, όπως έγινε και ο δον Βισέντε. Τον ονομάζει Τζιάκομο, αν και 30 ετών πρόωρα γερασμένος, σιωπηλός και ακοινώνητος, ζει στην Βαρκελώνη περιτριγυρισμένος από βιβλία που αποχωρίζεται με δυσκολία. Αγοράζει περισσότερα από όσα πουλά. Αφοσιωμένος όχι στο περιεχόμενό τους, το μυστικό της γνώσης και την αξία των αισθημάτων, «… αυτό που αγαπούσε… ήταν η μορφή και η έκφρασή της· αγαπούσε ένα βιβλίο, επειδή ήταν βιβλίο, αγαπούσε τη μυρωδιά του, το σχήμα του, τον τίτλο του…», την αντικειμενική του υπόσταση.

Ο βιβλιομανής Τζιάκομο του Φλωμπέρ είναι αθώος, θύμα συγκυριών: ο εφημέριος πεθαίνει από πυρετό, η φωτιά ξεσπά ανεξάρτητα ενώ ο δον Βισέντε ήταν ο ένοχος που ομολόγησε μόνο όταν διασφάλισε ότι η βιβλιοθήκη του θα προστατευόταν ανεξάρτητα από την ποινή που θα του επιβαλλόταν –ο Τζιάκομο δηλώνει ότι επιθυμεί η βιβλιοθήκη του να δοθεί «στον άνθρωπο που είχε τα περισσότερα βιβλία στην Ισπανία». Στο δικαστήριο που τον καταδίκασε σε θάνατο ο δον Βισέντε είπε ότι δεν ήταν κλέφτης –χρήματα ποτέ δεν πήρε– και στην ερώτηση αν είχε μετανιώσει για τις δολοφονίες που είχε διαπράξει, απάντησε «Όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν κάποτε, αλλά τα καλά βιβλία πρέπει να διατηρηθούν». Ο δικηγόρος υπεράσπισης του δον Βισέντε χρησιμοποίησε το επιχείρημα ότι η επίμαχη πρώτη έκδοση δεν ήταν μοναδική αφού σωζόταν και ένα αντίτυπο στην Γαλλία, με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να συντριβεί, και μέχρι την ημέρα της εκτέλεσής του να μονολογεί «Το αντίτυπό μου δεν ήταν μοναδικό». Ο δικηγόρος του Τζιάκομο προσκόμισε στο δικαστήριο ένα δεύτερο αντίτυπο, ο Τζιάκομο αφού το ψηλαφίζει, το πετάει «Είπατε ψέματα, κύριε συνήγορε! Καλά σας έλεγα πως ήταν το μοναδικό στην Ισπανία!». Η αγωνία του μοναδικού, του σπάνιου, του συλλέκτη.

Και στα πάθη που έχουν γεννήσει, εξακολουθούν να προκαλούν τα βιβλία και τις συζητήσεις για το μέλλον τους και την μορφή διάδοσης του γραπτού λόγου πού ακριβώς τοποθετούμαστε εμείς, πόσο τα υπηρετούμε, με ποιο τελικό σκοπό…

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 34


Πατρίτσια Καρράνο, Το Ρόδο της Βενετίας: η συγκλονιστική ιστορία της γυναίκας που πρώτη πήρε πτυχίο, μετάφραση Ζ. Ζαρωμένου, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2001, 286 σ.
σειρά: σταθμός στη σύγχρονη λογοτεχνία.

Όταν έπιασα να διαβάσω το Ρόδο της Βενετίας (με προτροπή του λαγωνικού για μια φορά ακόμα), το έκανα για διάλειμμα από την στοχευμένη βιβλιοανάγνωση του τελευταίου καιρού. Να αλλάξω λίγο θέμα, να ξεφύγω από τα βιβλιοβιβλία, έτσι για χαλάρωση. Μέγα λάθος και πλάνη γιατί και πάλι μέσα στα κόσμο του γραμμένου χαρτιού έπεσα. Πάλι σαν μαγνητισμένα τα αναγνωστικά μου βήματα σε ίδιο μονοπάτι με έριξαν. Άραγε τυχαία ή η ματιά μου έχει πορωθεί και αναγνωρίζει συγκεκριμένα πρίσματα;
Μια μυθιστορηματική βιογραφία που δεν είναι ξεκάθαρα για βιβλία αλλά είναι παντελώς μέσα στο κλίμα των βιβλίων, της κατάκτησης της γνώσης, της μάθησης. Αναδιπλώνεται η ζωή της Βενετσιάνας Έλενας Λουκρητίας Κορνάρο Πισκόπια που έζησε τον 17ο αιώνα, αφιέρωσε την ζωή της στην μελέτη για να είναι η πρώτη γυναίκα να κατακτήσει πτυχίο –φιλοσοφίας– από το Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Αποτυπώνεται η εποχή, οι κοινωνικοί κανόνες της –περιοριστικοί κατά κανόνα για τα μέλη της–, ένας κόσμος σε αναβρασμό, πολέμους, μετακινήσεις, αναζητήσεις, αλλαγές.
Δυο στοιχεία ξεχωρίζω για να τραβήξω αυτό το βιβλίο και να το εντάξω στην στήλη. Το πρώτο έχει να κάνει με την ιστορία και την σημασία των ιδιωτικών βιβλιοθηκών. Αποστολή του πολυμαθή Άραβα Ομαρ ιμπν Αλ Φαρίντ, απεσταλμένο του Ισπανού Ολιβάρες είναι να επισκεφθεί ιδιωτικές βιβλιοθήκες και να καταγράψει το περιεχόμενό τους. Έτσι επισκέπτεται την Κόρντοβα με σκοπό να εντοπίσει τι απέγιναν οι 70 βιβλιοθήκες που υπήρχαν περί το 900 επί αραβικής κυριαρχίας, επισκέφθηκε την Βενετία να δει από κοντά την τριών γενεών βιβλιοθήκη των Κορνάρο Πισκόπια, και θα συνέχιζε τις επισκέψεις του στην Ρώμη. Στην Βενετία θαύμασε την δημόσια βιβλιοθήκη της Γαληνοτάτης, την Μαρκιανή Βιβλιοθήκη, που σύμφωνα με διάταγμα του 1603 υποχρέωνε του τυπογράφους να παραδίδουν την πρώτη έκδοση κάθε βιβλίου που τύπωναν βιβλιοδετημένο σε περγαμηνή, αγόραζε βιβλία εκτός των συνόρων της επικράτειάς της και έμενε ανοιχτή στο κοινό τρεις μέρες την εβδομάδα. Οι ιδιωτικές βιβλιοθήκες που περιλάμβαναν εκτός από χειρόγραφα και έντυπες εκδόσεις, στήριξαν αποφασιστικά την τυπογραφία. Τους τρόπους λειτουργίας της Μαρκιανής και της διακίνησης βιβλών στις ιδιωτικές, αφήνω ασχολίαστους όσον αφορά το έλλειμμα παράδοσής μας στον τομέα που ήρθε αργοπορήμένα και ακόμα προσπαθεί να φτάσει και να εδραιωθεί ουσιαστικά.
Το άλλο στοιχείο έχει να κάνει με τις αναφορές που γίνονται για την θεματική ταξινόμηση βιβλίων που ανήκουν σε συγκροτημένες συλλογές και τα ερωτήματα που γεννιούνται από την ανάγκη κατηγοριοποίησης της γνώσης και κατ’ επέκταση των επιστημών. Η τάξη αυτή αποτελεί την βάση του οικοδομήματος των ανθρώπινων πνευματικών κατακτήσεων. Ο Ομαρ ιμπν Αλ Φαρίντ διατυπώνει την άποψη ότι είναι απαραίτητο να κατανοηθεί ο τρόπος κατάταξης της γνώσης του παρελθόντος προκειμένου να ταξινομηθεί η σύγχρονη και μελλοντική γνώση (σ. 145). Αναφέρει ότι δεν γνωρίζουμε τον τρόπο κατάταξης στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας (αν και χοντρικά το ξέρουμε: τα ιστορικά-πίνακες, τα παπύρινα και τα ξένα) και επισημαίνει ότι «ένα βιβλίο που δεν βρίσκεται δίπλα στα όμοιά του σε σχέση με την εποχή, τη γλώσσα και τη φιλοσοφία του, είναι μοναχικό και έρημο, όπως ένας άνθρωπος μακριά από την οικογένειά του ή την πατρίδα του…», και αναρωτιέται «Με ποιο λοιπόν σύστημα είναι δυνατόν να τις [οικογένειες της γνώσης] κατατάξει κανείς, ποιο κριτήριο είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσει ώστε το ένα βιβλίο να μπορεί να διαδεχθεί το άλλο στη σκέψη του μελετητή.» Το ερώτημα της ταξινόμησης και παρουσίασης της γνώσης είναι καίριο. Είναι άμεση αντανάκλαση των τρόπων της κάθε εποχής, αυτών που κουβαλά, φέρνει σταδιακά ή ανατρέπει, όπως έγινε με τους Εγκυκλοπαιδιστές για παράδειγμα (βλ. Βιβλία για βιβλία 22). Ακόμα και αν σήμερα οι φυλές των βιβλίων μπορεί να μην στέκονται στα ράφια μαζί, και ενώνονται με τους αλγορίθμους των ηλεκτρονικών καταλόγων.
Η Έλενα Λουκρητία η Σχολαστική αναγνωρίστηκε, όντας μέλος του Πανεπιστημίου έκρινε άλλους για τις γνώσεις τους, και θαυμάστηκε από τους σύγχρονούς της, η φήμη της έφθασε έως την Γαλλία, στην αυλή του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Μαζί με άλλες λιγοστές γυναίκες διεκδίκησαν κομμάτια έως τότε κλειστά και απαγορευμένα, μόνες ή με την συμπαράσταση της οικογένειάς του, πάντως όχι χωρίς κόστος.

Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 33


Charle M. Schultz, Αγαπητέ μου εκδότη…: οδηγός επιβίωσης για επίδοξους συγγραφείς, Ερευνητές, 2008, 94 σ.

Ολόφρεσκο ψαρεμένο από την Έκθεση του Βιβλίου στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου, το πρώτο κόμικς της στήλης Βιβλία για βιβλία. Δεν απευθύνεται ούτε σε μικρούς ούτε σε μεγάλους μα είναι φτιαγμένο για όλους, κυρίως για όσους θέλουν να χαμογελάσουν με την διαδικασία της γραφής και της δημοσίευσης, να την πάρουν χαλαρά και ανάλαφρα (ίσως πάλι που το σκέφτομαι όχι και τόσο χαλαρά αλλά κριτικά και αυτοκριτικά). Από όλες τις πλευρές: του καθένα –του διάσημου για εμάς σκύλου εδώ- που θέλει να διακριθεί στα λόγια αν και δεν το φτάνει, του περιβάλλοντός του που σχολιάζει αλύπητα βγάζοντας τα δικά του απωθημένα, των εκδοτών με την αδιαφορία και σκληρότητά τους.
Η αγωνία της γραφής είναι τέτοια και τόση που δεν θα μπορούσε να μην αρπάξει και τον πιστό αγαπημένο σκύλο του Τσάρλι Μπράουν, τον Σνούπι.
Καθισμένος στην σκεπή του σκυλόσπιτου, μέρα και νύχτα, μπροστά σε μια γραφομηχανή πασχίζει να γράψει. Να γράψει κάτι που θα δημοσιευτεί και θα τον κάνει διάσημο. Γράφει και απορρίπτει, τσαλακώνει και πετάει σελίδες ατέλειωτες.
Η επαναλαμβανόμενη αρχική πρόταση «Ήταν μια σκοτεινή και θυελλώδης νύχτα», είναι γιατί πρέπει εξάπαντος να αρχίσει με ένα δράμα. Και όταν του επισημαίνεται, αλλάζει την νύχτα με το θυελλώδες απόγευμα. Οι ιστορίες του σκυλοκεντρικές, κολλημένα αντιγατίσιες, ιστορίες αγάπης ή καλύτερα υπερπροσγειωμένων σχέσεων κλισέ και μοναξιάς. Φιλόδοξος, αρχικά, ξεκινά να συνθέσει ένα μυθιστόρημα, περνάει στην νουβέλα, την βιογραφία, και τελικά, θα ήταν πολύ ευχαριστημένος έστω και με ένα άρθρο.
Οι καιρικές συνθήκες έξω στην σκεπή που κάθεται επίμονα σε όλο το βιβλίο, συνοδεύουν τις περιγραφές του και σατανικά συμπίπτουν με τα γραφόμενά του. Προκαλεί την τύχη και τον καιρό με τα λόγια του.
Οι παρεμβάσεις του Τσάρλι και όλης της παρέας του Τσάρλι, και κυρίως της δύστροπης Λούσι που του τσιτώνει το νευρικό σύστημα με τα σχόλιά της και της εκσφενδονίζει πισώπλατα την γραφομηχανή χωρίς να ανακόπτει επουδενί την επικριτική της διάθεση, μιας και εκείνη επανέρχεται ακάθεκτη, καθόλου δεν τον βοηθούν.
Τα απανωτά απορριπτικά και συνήθως προσβλητικά γράμματα των εκδοτών αρχειοθετούνται. Καρφώνονται στα ξερά κλαδιά ενός δέντρου, ένα φύλλωμα που όλο παίρνει να πυκνώνει ή γίνονται κουβέρτα να τυλιχτεί. Ο θυμός και η απογοήτευση για την τυποποιημένη άρνηση των εκδοτών είναι μόνιμη και δεδομένη. Μια μικρούτσικη ελπίδα γεννιέται με το δοκιμαστικό τύπωμα ενός αντιτύπου και το γκρέμισμα αυτής της ελπίδας, καθώς το ένα αντίτυπο μένει στα αζήτητα και αποσύρεται.
Όπως συμβαίνει γενικά με αυτή την χιουμοριστική σειρά κόμικς, αποθεώνεται η έλλειψη πρωτοτυπίας και η προβλέψιμη κοινοτυπία. Οι τελικές φράσεις που κλείνουν τα επεισόδια αποστομωτικές, οι πλοκές ασύνδετες, οι ανταλλαγές των ηρώων του Σνούπι που μιλάνε για αγάπη αδιέξοδες, ο καθένας αλλού, τα θέλω τους μια ειρωνεία και για τα ανθρώπινα μεγαλίστικα δικά μας, μια ειρωνική ισοπέδωση απέναντι στον ρομαντισμό.
Ο Σνούπι γράφει: 1. «Η ελαφριά ομίχλη γύρισε σε βροχή.», 2. «Η βροχή γύρισε σε χιόνι.», και 3. «Το χιόνι γύρισε σε βαρεμάρα.»
Τελική κατάληξη: το γράψιμο για τον Σνούπι συγκαταλέγεται στα «Δέκα ανόητα πράγματα που κάνουν τα σκυλιά για να δυσκολέψουν τη ζωή τους!». Τελευταία απόπειρα τίτλου και εκεί κλείνει, με παραίτηση από την κατάκτηση της δημοσιότητας μέσα από την συγγραφή.
Μια αλλιώτικη εκδοχή για τον τρόπο γραφής και έκδοσης…
Και ναι, μου έφερε συνειρμούς και με έκανε να χαμογελάσω.

Κυριακή, 25 Μαΐου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 32


Μπότο Στράους, Θεωρία της απειλής, μετάφραση Αλέξανδρος Κυπριώτης, Ίνδικτος, Αθήναι 2001, 85 σ.

Φροντισμένη πολυτονική έκδοση που την αγόρασα προς δύο ευρώ, αυτή την χρονιά στο παζάρι του βιβλίου στην πλατεία Καλυθμώνος μετά από υπόδειξη –ποιου άλλου– του λαγωνικού, ως βιβλίο σχετικό με την αναζήτηση της γραφής από πληροφορίες του ευρύτερου δικού του δικτύου.
Το μικρό βιβλίο φοράει μια κουβερτούρα, έντονη και διαπεραστική, με κόκκινο χρώμα στο βάθος του και διάχυτο και στα κάθετα μάτια της Αυτοπροσωπογραφίας του K. Malevitch. Πολύ ταιριαστό με το κείμενο του σύγχρονου πεζογράφου και θεατρικού συγγραφέα Μπότο Στράους. Το κόκκινο μου έκανε σαν την ματωμένη βλεννογόνο των ανθρώπινων εσωτερικών μας, βιότοπο τόσων μικροοργανισμών που ούτε διανοούμαστε αν και ρυθμίζουν τα μέσα μας. Πληγωμένο από την ζωή και τις σκέψεις.

Βιβλίο σκοτεινό και δαιδαλώδες, αναζήτησης και αγωνίας με εσωτερικές καταδύσεις σε βασανιστικά έγκατα, ασφυκτικές χωρίς ανάσα που μου έριχνε τσιμπιές όσο το διάβαζα. Μικρές τσιμπιές δεξιά αριστερά. Γραφή αυτόματη και συνάμα, εξεζητημένη λόγια έκφραση στα υπαρξιακά της πρωτοπρόσωπης αφήγησης. Ιχνηλασία εξωτερίκευσης του εαυτού, χάσιμο και πλάσιμο.
Έθετε ερωτήματα που απαντούσε και απαντά χώρια ο κάθε αναγνώστης. Κατανοούμε μόνο όσα μπορούμε και να αντέξουμε; Να αντέξουμε; Τι μπορούμε; Άραγε υπάρχει άκρα τελειότητα και ταυτότητα στην ιδιωτική μας έκφραση; Γίνεται να υπάρξει αφού η γλώσσα που μιλάμε είναι κοινή για όλους και λέξεις ιδιωτικές, μοναδικές δεν υπάρχουν και αν υπήρχαν, πάλι θα ήταν ανώφελες, καθώς δεν θα κοινωνούσαν μήνυμα.

Όμοια όπως στα όνειρά μου ο αφηγητής μιλάει για «το λευκό χαρτί και [την] επικρεμάμενη μετέωρη μάζα κάθε τι άγραφου, στην οποία διατηρείται κρυμμένος ο ίδιος ο συγγραφέας.» Απειλητική στην πίεση που ασκεί η ύπαρξη και ο όγκος της, η δύναμη της δυνατότητας της γραφής, της δημιουργίας γενικά. Μια απόφαση, μια στιγμή χωρίζει τον συγγραφέα από την ανυπαρξία της διατύπωσης και την υλοποίησή της. Και όταν ξεπροβάλει και πάρει συγκεκριμένο σχήμα -λεκτική σάρκα- δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από τον ίδιο τον συγγραφέα. Μια πράξη, ένα έργο που ισούται με τον ίδιο. «Ό,τι γράφω επίσης, γράφει για μένα… Ό,τι γράφω, γνωρίζει ποιος είμαι… και ο καθένας μπορεί να διαβάσει στα γραπτά μου για μένα… Σε κάθε λέξη, σε κάθε ολοκληρωμένη πρόταση απαντά κάτι για μένα, κι εγώ δεν λέω να το αναγνωρίσω» (σ. 48). Ο ίδιος ο συγγραφέας μιλάει για τον ίδιο του τον εαυτό. Προδίδεται. Θέλει, νομίζω, να μιλήσει και να κρυφτεί ταυτόχρονα. Από εκείνον και από τους άλλους.

Και εκεί που η ανάγνωση είναι θεραπεία και πηγή για τον αφηγητή, για την Σ. είναι πράξη επίπεδη, εύκολη και ή ίδια είναι συνεχώς εύστοχη στην σύλληψη των πραγμάτων και τις κρίσεις της προς μεγάλη του απορία και εκνευρισμό. Πηγαίνει στην βιβλιοθήκη ενός πανεπιστημίου, κάθεται ώρες ατέλειωτες, διαβάζει επιτόπου, δανείζεται και συνεχίζει στο σπίτι, αντιγράφει με το χέρι αποσπάσματα και αρχίζει να γράφει. Γράφει, νομίζοντας ότι έχει βρει το στίγμα του, ότι έχει ωριμάσει ο καρπός της ατομικής του έκφανσης τόσο ώστε να διασχίζει το χρόνο και να διαπερνά τις επιφάνειες. Όμως ξανά όχι. Δεν έχει κάνει άλλο παρά να συγκολλά παραθέματα από την επιλεγμένη χειρόγραφη συλλογή του. Απελπισία τον πιάνει «εγώ, το μηδενικό, ο ενδιάμεσος σταθμός άπασας της λογοτεχνίας» (σ. 58). Αποφασίζει να ζήσει έξω από τα κείμενα, μαζί με την μυστηριώδη και άγνωστη Λεία, επιλέγει να την αγαπήσει γιατί θεωρεί ότι αυτή του η αγάπη θα τον οδηγήσει στην συγγραφή ενός αληθινού βιβλίου. Ταξιδεύουν μαζί, η Λεία κάπου εξανεμίζεται και τελικά χάνεται, και ο ίδιος μεταπηδά στην προσωπικότητά της, παίρνει και την όψη της, ως Λεία τον αναγνωρίζουν και τον χαιρετούν, ή μήπως την είχε από την αρχή;

Κλείνω με έναν από τους στίχους, την «Φωνή» με αριθμό 916, του Αντόνιο Πόρτσια: «Σηκώνεις έξω αυτό που βυθίζεις μέσα.»

Λίγο βαριά η παρουσίαση 32 και το ταξίδι της εσωστρεφές μα ήταν το βιβλίο τέτοιο…

Κυριακή, 18 Μαΐου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 31


Ραιμόν Ζαν, Η αναγνώστρια, μετάφραση από τα γαλλικά Δέσποινα Σαραφείδου, εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα 1995, 145 σ.

Η στήλη κι αν ξεκίνησε από παρουσιάσεις λογοτεχνικών βιβλίων για βιβλία σε αυτά ξαναγυρνά. Το ξετύλιγμα διαφόρων επιμέρους βιβλιοκατηγοριών έφερε μια ποικιλία, έβαλε θέματα και σκέψεις, μερικές από αυτές κουβεντιάστηκαν και τώρα καταπιάνεται και πάλι με την λογοτεχνία. Ένα σύγχρονο γαλλικό μυθιστόρημα του 1986 που κυκλοφόρησε στα ελληνικά τον Νοέμβριο του 1995, Η αναγνώστρια.
Πολλά είναι τα επαγγέλματα που συνδέονται άρρηκτα με το βιβλίο, την δημιουργία από το σημείο μηδέν και την διακίνησή του (θα τα αφήσω για μια άλλη φορά ίσως, πιο αναλυτικά). Όμως, η δουλειά της «αναγνώστριας» δεν είναι μια δουλειά καθιερωμένη και αναγνωρισμένη. Είναι ένα εύρημα του συγγραφέα για να χτίσει χαλαρά ένα μάλλον σπονδυλωτό μυθιστόρημα. Σήμερα θεωρείται αυτονόητο ότι η ανάγνωση είναι διαδικασία κατά βάση μοναχική, ατομική, με μια εσωτερική άρθρωση να ξεχωρίζει τα φωνητικά σύμβολα και να αποκωδικοποιεί το περιεχόμενο. Για πολλά περισσότερα περί ανάγνωσης και της ιστορίας της υπάρχει βέβαια το χορταστικό βιβλίο του Alberto Manguel, Η ιστορία της ανάγνωσης (Λιβάνης, Αθήνα 1997).

Στις Λέσχες Ανάγνωσης που ποικίλλουν ανάλογα με τα θέματα ενδιαφέροντος και λειτουργούν για μικρούς και για μεγάλους, –διαδεδομένες στον σαξονικό κόσμο και την Γαλλία– δεν διαβάζονται βιβλία μεγαλόφωνα. Ο καθένας και η καθεμιά έρχονται «διαβασμένοι», έχουν διαβάσει μόνοι τους, χώρια, σε ιδιωτικό χρόνο και χώρο, το συμφωνημένο βιβλίο και συνβρίσκονται για να το συζητήσουν. Λέσχες Ανάγνωσης καλλιεργούν πολλές βιβλιοθήκες και το ΕΚΕΒΙ στην Ελλάδα. Αγαπημένη μου αυτή της Λειβαδιάς.

Η Μαρί-Κονστάνς Ζ. πλάθει το επάγγελμα της αναγνώστριας μετά από προτροπή της φίλης της Φρανσουάζ. Παρόλο που δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τις σπουδές της, διατηρεί στενή σχέση με τον καθηγητή της Ρολάν Σορά, με τον οποίο συζητά την επαγγελματική της απασχόληση και εκείνος την καθοδηγεί ως προς τις ανάγκες και τα γούστα των «πελατών» της. Βάζει αγγελία στην εφημερίδα σύμφωνα με την οποία προσφέρει κατ’ οίκον ανάγνωση και σύντομα αρχίζει να δέχεται γράμματα ενδιαφέροντος. Μας διηγείται την αναγνωστική της περιπέτεια σε πρώτο πρόσωπο. Σκέψεις, γεγονότα, πράξεις δικές της και των άλλων, αποσιωπητικά, πλάγια γράμματα τονισμένα, μετέωρες ή σύντομες προτάσεις. Για να είναι πιο πειστική επαγγελματίας παραγγέλνει γυαλιά με σκέτο τζάμι αν και δεν τα χρειάζεται. Της δίνουν το κατάλληλο ύφος.
Μια μητέρα αναζητά κάποιον να διαβάζει στον ανάπηρο έφηβο γιο της Έρικ, η μαρξίστρια Ουγγαρέζα κόμισσα και Στρατηγίνα Ντυμενίλ, ένας Διευθυντής μιας μεγάλης επιχείρησης που επιθυμεί να εκλεπτύνει τους τρόπους τους και να ενημερώνεται για το τι διαβάζεται, ο Μισέλ Ντωτράν, η πολυάσχολη μητέρα της μικρής Κλορίντ και τέλος, ένας συνταξιούχος δικαστής που πιστεύει ότι τα βιβλία είναι ο τελευταίος δεσμός των ανθρώπων με τον κόσμο όταν δεν μπορούν να παρίστανται ολοκληρωτικά σε αυτόν. Αυτοί είναι οι ακροατές της φωνής και των κειμένων της που της δημιουργούν νέες εμπειρίες.
Το ιδιότυπο επάγγελμά της την εμπλέκει σε καταστάσεις που δείχνουν να ενδιαφέρουν την αστυνομία της μικρής πόλης. Υπάρχουν υπόνοιες ότι διαταράσσει την δημόσια τάξη. Υπερβολές και παρεξηγήσεις, δυσπιστία και απορία για τις διαθέσεις της.
Ο καθηγητής Σορά τελικά δεν συμφωνεί με την δραστηριότητά της. Έχει την δική του άποψη για την ανάγνωση: είναι εγκληματική πράξη λέει «να διαβάζεις φωναχτά αυτό που είναι πλασμένο για τη σιωπή… προτιμάει… να βλέπει τα βιβλία στα ράφια της βιβλιοθήκης του παρά ελεύθερα. Πέρασε τόσον καιρό προσπαθώντας να τα εξημερώσει!» Μπορεί και να ζηλεύει. Μπορεί και τα βιβλία στις μέρες μας να είναι πράγματι γραμμένα σιωπηλά, προορισμένα να διαβάζονται με τους ήχους του κεφαλιού.
Η Αναγνώστρια εξασκείται, αναζητά τα κατάλληλα κείμενα για τους ακροατές της και καταλήγει ότι εντέλει, δεν είναι εκείνη που επιλέγει τα κείμενα, αντίστροφα είναι τα κείμενα που την επιλέγουν. Στις δόξες της η γαλλική λογοτεχνία. Συγγραφείς και τίτλοι γνωστοί και άγνωστοι, διάφορα ενταγμένα παραθέματα διανθίζουν την αφήγηση και μαζί εξελίσσουν τις προσωπικότητες του μυθιστορήματος και την πλοκή.
Ο τελευταίος ακροατής της, ο δικαστικός με την επιλογή του μαρκησίου Σαντ και μια πρόταση ομαδικής ανάγνωσης με τον αστυνόμο που την πιέζει, ωθεί την Αναγνώστρια σε αποχώρηση και σε ένα αβέβαιο μέλλον για την ίδια και το επάγγελμά της.

Κυριακή, 11 Μαΐου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 30


Stephen King, Περί συγγραφής: το χρονικό μιας τέχνης, μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Bell, Αθήνα 2006, 299 σ.

Παρόλο που μπαίνω στον πειρασμό να πω και για αυτό το εξώφυλλο με το πορτρέτο του μισοκρυμμένου, μισοστραμμένου συγγραφέα, σε πόζα που παραπέμπει σε αναλογισμούς, συγκρατούμαι και δεν θα το κάνω. Το αφήνω σε εσάς…, με ένα μικρό σχόλιο. Η επιλογή της όποιας αισθητικής στην παρουσίαση είναι όχι μόνο παλιά και μόνιμη ιστορία, είναι πρόκληση για αυτόν που την πλάθει και για αυτόν που την παραλαμβάνει, είναι κυρίως δεμένη με το περιεχόμενο του βιβλίου και την άποψη του εκδότη για το ειδικό αντικείμενο που διαχειρίζεται.
«Τα βιβλία είναι μια κατ’ εξοχήν φορητή μαγεία», «η ζωή δεν υπάρχει για να στηρίζει την τέχνη. Το αντίθετο ισχύει.», «… σκέψη που ξεκινάει στο μυαλό του γράφοντος και στη συνέχεια πηδάει στο μυαλό του αναγνώστη.», γράφει μεταξύ άλλων ο King.
To βιβλίο χωρίζεται σε διακριτά μέρη που διαφέρουν μεταξύ τους στo ύφος, το πνεύμα, τα σημεία, σχεδόν παντού. Το μυστήριο της διαφοράς αυτής λύνεται προς το τέλος. Το «Βιογραφικό Σημείωμα» που προτάσσεται, κυλάει με ενδιαφέρον. Σε αυτό ο συγγραφέας αυτοβιογραφούμενος, αναφέρεται σε κομμάτια της παιδικής και ενήλικης ζωής του που κρίνει ότι συνδέονται είτε καταλυτικά είτε έμμεσα με την διαμόρφωσή του. Και πιστεύει ότι οι συγγραφείς διαμορφώνονται και δεν φτιάχνονται, ότι η τέχνη τα αφήγησης είναι δυνατόν «να ενισχυθεί και να ακονιστεί» (σ. 20). Κόμικς, διαβάσματα, κινηματογράφος, τηλεόραση, εκδότης σχολικής εφημερίδας, τα φοιτητικά χρόνια, δημοσιογράφος… Της σχολής και ο King ότι οι «οι καλές ιδέες… πέφτουν στα καλά καθούμενα πάνω σου από τον ουρανό· δυο προηγουμένως ασύνδετες ιδέες ενώνονται και φτιάχνουν κάτι καινούριο κάτω από τον ήλιο… (σ. 40). Περνά και σε θέματα πιο δύσκολα, στην εξάρτηση από ουσίες: αλκοόλ, μπύρες και ναρκωτικά. Φόβος μήπως τελικά οι ιδέες έρχονται από εκείνες τις σκοτεινές περιοχές του εαυτού. Απεξάρτηση. Προσωπικές καταθέσεις. Ο τρόπος του αμερικανικά ωμός και γυμνός, ταχύς και τραχύς. Στο «Περί Συγγραφής» είναι φορές απόλυτος, καθοδηγητικός και διατυπώνει κάθετα την προσωπική του άποψη. Αν το εύρημα της «Εργαλειοθήκης» με τα τρία επίπεδα, σύντομου ενδιάμεσου μέρους, που περιέχει την γραμματική, το λεξιλόγιο, την μορφή οργάνωσης του κειμένου, τον ρυθμό κυλάει παρόλη την πεζότητά του, στην συνέχεια γίνονται όλα όλο και πιο διδακτικά, με παραδείγματα και κάπου χάνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και του επίδοξου συγγραφέα. Βγαίνει στην επιφάνεια ο δάσκαλος της αγγλικής, των σεμιναρίων, των διαλέξεων. Ευτυχώς, διάσπαρτα περνάνε φράσεις πιο ουσιαστικές από οδηγίες για την μη χρήση επιρρημάτων ή της παθητικής φωνής. Όπως το ότι το διαρκές διάβασμα ανατροφοδοτεί, ευχαρίστηση θα πρέπει να συνοδεύει το γράψιμο, το κέρδος δεν παίζει για κίνητρο… Αν δεν μπορέσετε να το διαβάσετε απρόσκοπτα, ακολουθείστε μια από τις συμβουλές του Πενάκ, και φτάστε κατευθείαν στην τελευταία σελίδα (σ. 280), εκεί έχει μια μερίδα από το ίδιο ζουμί του Λιόσα που ισχύει όχι μόνο για το γράψιμο και το διάβασμα αλλά για όλες τις δημιουργίες, ακόμα και τις λεγόμενες ταπεινές και επαναλαμβανόμενες.
Στο «Περί ζωής: Υστερόγραφο» ξαναγυρνάμε στο αυτοβιογραφικό μοτίβο καθώς πρόκειται για το βιβλίο που έβγαλε τον King από το ατύχημά του, τον πόνο, τα χειρουργεία και τον έφερε πίσω στο γράψιμο. Το χρονικό της συγγραφής του Περί συγγραφής λέει ότι το άρχισε τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του 1997, το άφησε μισό τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 1998 και το ξανάβαλε μπρος τον Ιούλιο του 1999. Αυτό μάλλον εξηγεί και την διαφορετικότητα μεταξύ των μερών του.
Βιβλία για την γραφή και τις διάφορες τεχνικές της κυκλοφορούν ένα πλήθος, γενικά, ειδικά και ειδικότερα –για παράδειγμα πώς γράφεται μια πανεπιστημιακή εργασία ή μια διατριβή– ποιητικά, αυτοβιογραφικά, θεωρητικά και πρακτικά, κ.λπ. Για να βάλω μια ελληνική δειγματοληπτική πινελιά στην εικόνα της υπόθεσης συγγραφή, κλείνω, με αναφορά στα βιβλία της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, Η γραφή και η βάσανος: ζητήματα λογοτεχνικής αναπαράστασης, Πατάκης, Αθήνα 2000, 365 σ., όπου παρουσιάζεται η διαδραστικότητα μεταξύ της ιστορίας, των συγκυριών και γεγονότων της και η λογοτεχνική απόδοσή τους· της Πόλυς Μηλιώρη, Δημιουργική γραφή για μελλοντικούς ομότεχνους, Ψυχογιός, Αθήνα 2006, 452 σ., που έχει προσανατολισμό με χαρακτήρα τεχνικό μιας και περιλαμβάνει 80 ασκήσεις και οδηγίες· της Μαρίνας Ζουμπουλάκη, Πώς να γράψεις, εκδόσεις Introbooks, μα και άλλα.

Το γράψιμο δεν εξαντλείται, οι ιδέες πηγάδι χωρίς πάτο, οι άνθρωποι που τις παλεύουν δημιουργικά στρατιές…