
Stephen King, Περί συγγραφής: το χρονικό μιας τέχνης, μετάφραση Μιχάλης Μακρόπουλος, εκδόσεις Bell, Αθήνα 2006, 299 σ.
Παρόλο που μπαίνω στον πειρασμό να πω και για αυτό το εξώφυλλο με το πορτρέτο του μισοκρυμμένου, μισοστραμμένου συγγραφέα, σε πόζα που παραπέμπει σε αναλογισμούς, συγκρατούμαι και δεν θα το κάνω. Το αφήνω σε εσάς…, με ένα μικρό σχόλιο. Η επιλογή της όποιας αισθητικής στην παρουσίαση είναι όχι μόνο παλιά και μόνιμη ιστορία, είναι πρόκληση για αυτόν που την πλάθει και για αυτόν που την παραλαμβάνει, είναι κυρίως δεμένη με το περιεχόμενο του βιβλίου και την άποψη του εκδότη για το ειδικό αντικείμενο που διαχειρίζεται.
«Τα βιβλία είναι μια κατ’ εξοχήν φορητή μαγεία», «η ζωή δεν υπάρχει για να στηρίζει την τέχνη. Το αντίθετο ισχύει.», «… σκέψη που ξεκινάει στο μυαλό του γράφοντος και στη συνέχεια πηδάει στο μυαλό του αναγνώστη.», γράφει μεταξύ άλλων ο King.
To βιβλίο χωρίζεται σε διακριτά μέρη που διαφέρουν μεταξύ τους στo ύφος, το πνεύμα, τα σημεία, σχεδόν παντού. Το μυστήριο της διαφοράς αυτής λύνεται προς το τέλος. Το «Βιογραφικό Σημείωμα» που προτάσσεται, κυλάει με ενδιαφέρον. Σε αυτό ο συγγραφέας αυτοβιογραφούμενος, αναφέρεται σε κομμάτια της παιδικής και ενήλικης ζωής του που κρίνει ότι συνδέονται είτε καταλυτικά είτε έμμεσα με την διαμόρφωσή του. Και πιστεύει ότι οι συγγραφείς διαμορφώνονται και δεν φτιάχνονται, ότι η τέχνη τα αφήγησης είναι δυνατόν «να ενισχυθεί και να ακονιστεί» (σ. 20). Κόμικς, διαβάσματα, κινηματογράφος, τηλεόραση, εκδότης σχολικής εφημερίδας, τα φοιτητικά χρόνια, δημοσιογράφος… Της σχολής και ο King ότι οι «οι καλές ιδέες… πέφτουν στα καλά καθούμενα πάνω σου από τον ουρανό· δυο προηγουμένως ασύνδετες ιδέες ενώνονται και φτιάχνουν κάτι καινούριο κάτω από τον ήλιο… (σ. 40). Περνά και σε θέματα πιο δύσκολα, στην εξάρτηση από ουσίες: αλκοόλ, μπύρες και ναρκωτικά. Φόβος μήπως τελικά οι ιδέες έρχονται από εκείνες τις σκοτεινές περιοχές του εαυτού. Απεξάρτηση. Προσωπικές καταθέσεις. Ο τρόπος του αμερικανικά ωμός και γυμνός, ταχύς και τραχύς. Στο «Περί Συγγραφής» είναι φορές απόλυτος, καθοδηγητικός και διατυπώνει κάθετα την προσωπική του άποψη. Αν το εύρημα της «Εργαλειοθήκης» με τα τρία επίπεδα, σύντομου ενδιάμεσου μέρους, που περιέχει την γραμματική, το λεξιλόγιο, την μορφή οργάνωσης του κειμένου, τον ρυθμό κυλάει παρόλη την πεζότητά του, στην συνέχεια γίνονται όλα όλο και πιο διδακτικά, με παραδείγματα και κάπου χάνουν το ενδιαφέρον του αναγνώστη και του επίδοξου συγγραφέα. Βγαίνει στην επιφάνεια ο δάσκαλος της αγγλικής, των σεμιναρίων, των διαλέξεων. Ευτυχώς, διάσπαρτα περνάνε φράσεις πιο ουσιαστικές από οδηγίες για την μη χρήση επιρρημάτων ή της παθητικής φωνής. Όπως το ότι το διαρκές διάβασμα ανατροφοδοτεί, ευχαρίστηση θα πρέπει να συνοδεύει το γράψιμο, το κέρδος δεν παίζει για κίνητρο… Αν δεν μπορέσετε να το διαβάσετε απρόσκοπτα, ακολουθείστε μια από τις συμβουλές του Πενάκ, και φτάστε κατευθείαν στην τελευταία σελίδα (σ. 280), εκεί έχει μια μερίδα από το ίδιο ζουμί του Λιόσα που ισχύει όχι μόνο για το γράψιμο και το διάβασμα αλλά για όλες τις δημιουργίες, ακόμα και τις λεγόμενες ταπεινές και επαναλαμβανόμενες.
Στο «Περί ζωής: Υστερόγραφο» ξαναγυρνάμε στο αυτοβιογραφικό μοτίβο καθώς πρόκειται για το βιβλίο που έβγαλε τον King από το ατύχημά του, τον πόνο, τα χειρουργεία και τον έφερε πίσω στο γράψιμο. Το χρονικό της συγγραφής του Περί συγγραφής λέει ότι το άρχισε τον Νοέμβριο ή Δεκέμβριο του 1997, το άφησε μισό τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 1998 και το ξανάβαλε μπρος τον Ιούλιο του 1999. Αυτό μάλλον εξηγεί και την διαφορετικότητα μεταξύ των μερών του.
Βιβλία για την γραφή και τις διάφορες τεχνικές της κυκλοφορούν ένα πλήθος, γενικά, ειδικά και ειδικότερα –για παράδειγμα πώς γράφεται μια πανεπιστημιακή εργασία ή μια διατριβή– ποιητικά, αυτοβιογραφικά, θεωρητικά και πρακτικά, κ.λπ. Για να βάλω μια ελληνική δειγματοληπτική πινελιά στην εικόνα της υπόθεσης συγγραφή, κλείνω, με αναφορά στα βιβλία της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου, Η γραφή και η βάσανος: ζητήματα λογοτεχνικής αναπαράστασης, Πατάκης, Αθήνα 2000, 365 σ., όπου παρουσιάζεται η διαδραστικότητα μεταξύ της ιστορίας, των συγκυριών και γεγονότων της και η λογοτεχνική απόδοσή τους· της Πόλυς Μηλιώρη, Δημιουργική γραφή για μελλοντικούς ομότεχνους, Ψυχογιός, Αθήνα 2006, 452 σ., που έχει προσανατολισμό με χαρακτήρα τεχνικό μιας και περιλαμβάνει 80 ασκήσεις και οδηγίες· της Μαρίνας Ζουμπουλάκη, Πώς να γράψεις, εκδόσεις Introbooks, μα και άλλα.
Το γράψιμο δεν εξαντλείται, οι ιδέες πηγάδι χωρίς πάτο, οι άνθρωποι που τις παλεύουν δημιουργικά στρατιές…
Κυριακή, 11 Μάϊος 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 30
Κυριακή, 4 Μάϊος 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 29
Ξένη λογοτεχνία-δοκίμιο
Κοντοστέκομαι στο εξώφυλλο πριν μπω στο πώς που προτίθεται να μου αποκαλύψει το κείμενο. Ήδη εδώ απέξω η Πατρίτσια δείχνεται. Μια φωτογραφία που κρατάει δύο Πατρίτσιες. Η μια, πάνω, πάνω από τον τίτλο, είναι ένα πορτρέτο της σε νεαρή ηλικία Στητή και αλύγιστη, κλειστή και αγέλαστη, σκυθρωπή, τα χέρια αγκαλιάζουν τον κορμό ερμητικά. Η κάτω Πατρίτσια σε πιο προχωρημένη ηλικία, μισοξαπλωμένη σχεδόν με άνεση στον μαύρο καναπέ, αχνοχαμογελά, μας κοιτά όχι ακριβώς κατάματα, τα χέρια ανοιχτά, την γάτα της στα γόνατα. Μιλά με το σώμα της για την διαδρομή της από τα μέσα προς εμάς μέσω των γραπτών αγωνίας.
Η Π. Χάισμιθ, μητέρα του ταλαντούχου κυρίου Ρίπλεϋ, γεννήθηκε στο Τέξας το 1921, σπούδασε λογοτεχνία, εργάστηκε σαν κειμενογράφος του Σούπερμαν, και μετακόμισε στην γηραιά ήπειρο. Βιβλίο πρωτοδημοσιευμένο στην Μεγάλη Βρετανία το 1983, δώδεκα χρόνια πριν το θάνατό της, όταν ήταν αναγνωρισμένη για την δημιουργική συγγραφική της δουλειά που είχε πάρει διάφορες μορφές: μυθιστορήματα μεταπλασμένα σε θεατρικά και κινηματογραφικές ταινίες, κριτικές και δοκίμια.
Το Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας [και δράσης] είναι ένας συγκερασμός δοκιμίου και αυτοβιογραφίας. Δοκίμιο καθώς περιλαμβάνει κριτικές θεωρήσεις για την λογοτεχνία και αναλύει συστατικά της. Αυτοβιογραφία καθώς όλα περνάνε από προσωπικές διόδους, με απτά παραδείγματα από την δουλειά της και όχι από την στεγνή θεωρία.
Και για μια άλλη φορά, σε ένα ακόμα βιβλίο αυτού του τεχνικού είδους ο συγγραφέας δηλώνει ότι δεν υπάρχει Η συνταγή, ΕΝΑ μυστικό, ΜΙΑ φόρμουλα ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων. Καταγράφει με ειλικρίνεια ατομικές σκέψεις τις οποίες έκανε, κόλλησε εκεί ή μετακίνησε με το πέρασμα του χρόνου και την συσσώρευση εμπειρίας, καταχωρεί τα βήματα που ακολουθεί στην διαδικασία. Η μαγεία όπου υπάρχει, απλά υπάρχει και είναι στην ουσία της η ιδιαιτερότητα. Το βιβλίο είναι ο συγγραφέας με την διαφορετικότητά του, ο άνθρωπος δημιουργός που στέκεται με άποψη απέναντι στην ζωή, την καθημερινότητά της μα και το βάθος των δυσκολιών της, εκφράζει τα σώψυχά του ανοιχτά, με φόβο και συνάμα λυτρωτικά για τον ίδιο και τους εν δυνάμει αναγνώστες του που θα εντοπίσουν σπαράγματα εαυτού που ήξεραν ή δεν ήξεραν ότι ήταν κάπου εκεί.
Τα κεφάλαια είναι ένδεκα. «Το σαράκι της ιδέας» ξεκινά με μια βασική αρχή. Ένα βιβλίο θα πρέπει πρώτα από όλα να δώσει χαρά σε αυτόν που το γράφει, και έπειτα να παρασύρει τους εκδότες και τους αναγνώστες. Και η άλλη γενική αρχή της Χάισμιθ: από πού έρχονται και αν στερεύουν οι ιδέες πολύ με ανακούφισε. Οι ιδέες, λέει, έρχονται από παντού, από ολούθε ένα γύρω και δεν έχουν τέλος όσο η κίνηση και η ζωή υπάρχει. Το κόλπο είναι να τις αναγνωρίζει κανείς όταν εμφανίζονται. «Ουσιαστικά είναι αδύνατον να ξεμείνει κανείς από ιδέες, από τη στιγμή που αυτές βρίσκονται παντού» (σ. 21). «Κυρίως για τη χρήση εμπειριών» μιλάει για την ορμή, τα θετικά συναισθήματα και την αισιοδοξία, την χρήση προσωπικών βιωμάτων, ακόμα και των πιο μικρών και ασήμαντων και την επινοητικότητα ώστε να δουλευτούν. «Το διήγημα αγωνίας» είναι κεφάλαιο ορισμών και αποχρώσεων. «Η ανάπτυξη», «Η πλοκή», «Η πρώτη γραφή», «Οι δυσκολίες», «Η δεύτερη γραφή», «Οι αναθεωρήσεις», διαδικασίες που περιγράφονται, ντύνονται με παραδείγματα και σκέψεις πάνω στα προβλήματα της πορείας που λύνονται με εσωτερικές διεργασίες στο ξύπνιο και στον ύπνο. Για τους εγκληματικούς χαρακτήρες και το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν με όσα τους κατατρέχουν ή αψηφάνε και την εκτός νόμου ελευθερία που κουβαλάνε. Τις ανθρώπινες αδυναμίες. Τις απίστευτες καταστάσεις και συμπτώσεις, τον ρυθμό, τις οπτικές, την τεχνική και το ταλέντο. Πάντα γραμμένα απλά, σε φιλικό τόνο. «Η παραδειγματική ιστορία ενός βιβλίου – Το γυάλινο κελί» είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει, ένα υπόδειγμα που περιέχει και πολλές εμπειρίες από τη σχέση με τους εκδότες, φορές στηρικτική φορές εμποδιστική. Τέλος στις «Σημειώσεις για το σασπένς γενικότερα» υπερασπίζεται το είδος των μυθιστορημάτων αγωνίας. Ναι, είναι σοβαρά έργα μυθοπλασίας, έχουν ολοκληρωμένους χαρακτήρες, δράση και ανοίγουν τους ορίζοντες των αναγνωστών. Μιλάει και λιγουλάκι για την «μοναχική φύση της γραφής», αλλά και τα πεζά οικονομικά του συγγραφέα.
Ξαφνιάστηκα ευχάριστα διαβάζοντάς το γιατί βρήκα σχόλια που δεν περίμενα ότι θα ήταν σπαρμένα: ότι η τέχνη δεν έχει σχέση με συμβάσεις και την ηθική αν και ενέχει στοιχεία αξιολογικά, και δεν είναι δουλειά της το κήρυγμα, ότι ο καλλιτέχνης είναι αταξικός…
Κυριακή, 27 Απρίλιος 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 28
Σύγχρονη λογοτεχνία για παιδιά και για νέους-συλλογή Χελιδόνια για παιδιά από 8 ετών
Η Σαρλότ είναι η πολυπρόσωπη αλλιώτικη και όχι μόνο χάρη στο τεράστιο μαύρο καπέλο, ηρωίδα της συγγραφέως Ντομινίκ Ντέμερ. Την μια είναι η καινούρια δασκάλα που διδάσκει τα παιδιά πώς να μετράνε τους τοίχους με μέτρο μακαρόνια, παίζει ποδόσφαιρο και λέει ιστορίες. Την άλλη είναι η μυστηριώδης βιβλιοθηκάριος. Για αυτήν θα πούμε σήμερα.
Η Σαρλότ προσλαμβάνεται από τον δήμαρχο κύριο Τσαντισμένο που τα αγαπημένα του πράγματα είναι να δίνει διαταγές, να βλέπει ποδόσφαιρο στην τηλεόραση, να τσακίζει σάντουιτς με τουλάχιστον 64 φέτες ζαμπόν με μουστάρδα και δεν έχει ανοίξει βιβλίο για βιβλίο ποτέ. Η Σαρλότ καθαρίζει τον χώρο και απογράφει 163 ολόκληρα βιβλία, 202 ποντικοφαγωμένα, 7 μαύρες μεγάλες και 2 μικρές αράχνες και 5 ποντίκια (ζώα που υιοθετεί και φροντίζει). Πετάει τα βαρετά βιβλία και «φαντάζεται… βιβλία που σε κάνουν να γελάς, να κλαις, να τρέμεις, να χορεύεις, να ταξιδεύεις. Βιβλία που σου γαργαλάνε το μυαλό, που σου χαϊδεύουν την καρδιά, που σου ηλεκτρίζουν το πνεύμα.»
Ο Λεό παρακολουθεί με περιέργεια τα καμώματα της Σαρλότ και γράφει για αυτά στην Μαρία. Όταν την βρίσκει τάβλα, την σώζει καταλαβαίνοντας ότι οι ιστορίες των βιβλίων την ρουφάνε στην δράση τους και ότι για να βγει πρέπει κάποιος να συνεχίσει με δυνατή φωνή την ανάγνωση της ιστορίας.
Η Σαρλότ στήνεται στην αυλή του σχολείου και διαβάζει προκλητικά αφοσιωμένη προκαλώντας την περιέργειά των παιδιών. Δίπλα της ένα καροτσάκι γεμάτο βιβλία, η κινητή βιβλιοθήκη της. Ο άτακτος Μαρτέν ζητά βιβλία που μιλάνε για βρομιές και την επόμενη μέρα του δίνει ένα βιβλίο για γουρουνάκια που ολημερίς στην λάσπη κυλιούνται καθώς και άλλα με τίτλους που κλείνουν μυστήριο και δράση. Η Σαρλότ μεταφέρει την Βιβλιοθήκη στην ευρύχωρη σοφίτα του Δημαρχείου και τακτοποιεί τα βιβλία ανάλογα με το χρώμα τους. Η σοφίτα μετατρέπεται σε χώρο αναψυχής και ανάγνωσης. Τα παιδιά βοηθάνε και η Σαρλότ έχει χρόνο να χάνεται στα βιβλία με ειδική προτίμηση στην Πεντάμορφη και το Τέρας, μιας και ήταν ερωτευμένη μαζί του. Οι γονείς, ο δήμαρχος, οι άνθρωποι φρίττουν και αμφισβητούν την ιδιότητά της ως πραγματικής βιβλιοθηκαρίου…
Μα τι είναι ένας πραγματικός βιβλιοθηκάριος;
Τι είναι αυτά που κάνει ένας αληθινός βιβλιοθηκάριος;
Η πιο παλιά λέξη για βιβλιοθηκάριος ήταν και εκείνη σύνθετη και μιλούσε από μόνη της περισσότερο για την δουλειά του: «βιβλιοφύλακας», φυλούσε, προστάτευε τα βιβλία από κάθε λογής κινδύνους και κυρίως τους ανθρώπους αναγνώστες. Ήταν πιστός στα βιβλία σαν αντικείμενα και δεν ήταν για να τα μοιράζεται.
Μετά η αυστηρή λέξη «βιβλιοφύλακας» εγκαταλείφθηκε, χάθηκε από τα περισσότερα λεξικά, δεν την θυμόμαστε πια παρά σε σπάνιες ιστορικές περιπτώσεις. Αντικαταστάθηκε από την λέξη «βιβλιοθηκάριος», εκείνον που τοποθετεί τα βιβλία στη θήκη τους, δηλαδή στην θέση τους. Εκείνον τον άνθρωπο που δεν φυλάει απλά τα βιβλία αλλά τα φροντίζει, τα βάζει στο σωστό μέρος. Σήμερα, χρησιμοποιούμε τον όρο «βιβλιοθηκάριος» μα παράλληλα έχουμε και έναν άλλο όρο: «βιβλιοθηκονόμος». Και πάλι σύνθετη λέξη: βιβλιοθήκη + οικονόμος και με αυτήν αναφερόμαστε στον ειδικευμένο στην οργάνωση, λειτουργία και διοίκηση των βιβλιοθηκών. Συνδέεται με την πρακτική επιστήμη της Βιβλιοθηκονομίας που πολλά έχει δανειστεί και μάθει από άλλες.
Όπως πολλά μαθαίνουμε από την Σαρλότ από εκείνα που έχουμε ξεχάσει ή που ξεκίνησαν αλλιώς και αλλού κατέληξαν. Σε ξερούς, καταπιεστικούς και δυσάρεστους κανόνες και περιορισμούς (που σχεδόν ανασύρουν τη λέξη «βιβλιοφύλακας» από τα παλιά) που κάνουν την ανάγνωση και την μελέτη δύσκολη, ζήτημα προσπάθειας και ελιγμών. Η Σαρλότ μας ξαναθυμίζει την πολλαπλή ευχαρίστηση, καταργεί τα μη και τα πρέπει, συνδέει την ανάγνωση με την χαρά και την απόλαυση.
Στο μοντέλο της Μαίρη Πόπινς, της ανορθόδοξης γκουβερνάντας που ανοίγει την ομπρέλα της και εξαφανίζεται στον βόρειο άνεμο, έτσι και η Σαρλότ όταν ολοκληρώσει το έργο της, φεύγει γιατί την περιμένει ένα καινούριο επάγγελμα που θα ασκήσει με τον δικό της ελεύθερο τρόπο, κάθε φορά μαθαίνοντας και η ίδια: «Κατάλαβα πια πως οι ήρωες των βιβλίων ζουν σ’ ένα διαφορετικό κόσμο. Μπορούμε να ταξιδεύουμε σ’ ένα βιβλίο, όμως πρέπει πάντα να ξαναγυρίζουμε.»
Μικρό Υστερόγραφο
Στην τελευταία σελίδα της Lifo (αρ.109, 23.04.08) της εβδομάδας διαβάζω για τον θάνατο του Νίκου Παντελάκη που εργάστηκε 77 χρόνια στο Βιβλιοπωλείο της Εστίας και έγραψε για την ζωή του (βλ. Βιβλία για Βιβλία 7). Τον θυμάμαι, τον θυμήθηκα και πάλι και νομίζω πως δεν θα τον ξεχάσω…
Κυριακή, 20 Απρίλιος 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 27
Ο Rilke έγραψε για την ποιητική δημιουργία και την πνευματική, ψυχική, καθημερινή κατάσταση του ποιητή και έστειλε την ποιητική ηθική του θεώρηση με την μορφή δέκα επιστολών σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον Kappus, ο οποίος τις εξέδωσε μονόπλευρα (δεν περιέλαβε τα δικά του γράμματα, την μια φωνή αυτού του διαλόγου, βάζοντας έτσι τον αναγνώστη να εικάσει τα λόγια που γέννησαν την απάντηση. Ίσως γιατί δεν είχε φυλάξει τις δικές του επιστολές, ίσως από σεμνότητα). Πρόκειται για μια ιδιωτική ανταλλαγή που σε ένα σημείο δημοσιοποιήθηκε. Ο Λιόσα, εξαρχής στον χώρο της δημόσιας σφαίρας, έπλασε, σε αντιστοιχία, έναν φανταστικό νεότερο συνομιλητή για να στήσει την καθοδηγητική αλληλογραφία των δώδεκα επιστολών που αναφέρεται αποκλειστικά στην συγγραφή μυθιστορημάτων. Στην πραγματικότητα, εδώ, ο Λιόσα βρίσκεται σε συνομιλία όχι μόνο με έναν αποδέκτη, τον αόρατο υποτυπώδη παραλήπτη (τον οποίο προσφωνεί «αγαπητέ μου φίλε» και λίγο ακούμε τα ζητούμενά του) αλλά με τον Rilke, με όλες τους τις αναγνώσεις του και τους συγγραφείς τους –αγαπημένους και μη– και κατ’ επέκταση με τις σκέψεις και σχηματισμένες απόψεις του πάνω σε αυτές, τον εαυτό του, τους αναγνώστες του βιβλίου, εμάς, που μας δείχνεται με όρους ρεαλιστικούς.
Ο έντυπος δίαυλος επικοινωνίας έχει το στοιχείο του άχρονου. Μπορεί να είναι άμεσος, και σύγχρονος είναι δυνατόν, όμως, να γεννηθούν ζωντανές σκέψεις από γραπτά παλαιότερα και να συνεχίζεται μια διαδρομή σε συνέχειες και ασυνέχειες ατέρμονα. Ο Λιόσα στην πρώτη και πιο θεωρητική επιστολή, όπως και ο Rilke προηγούμενα, ως κίνητρο της συγγραφής δεν προσδιορίζει έναν εξωτερικό παράγοντα, όπως την κοινωνική, πολιτική ή οικονομική επιτυχία αλλά θεωρεί ότι είναι μια κλίση άπιαστη που βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη, θρησκεία, μοναδικό τρόπο πορείας. Το γράψιμο τρέφεται από τον γραφέα. Αναφέρεται σε διάφορες προσεγγίσεις της έμπνευσης (επιλογή σύμφωνα με τον Σαρτρ). Πιστεύει ότι η συγγραφή εκκινεί από μια επαναστατικότητα, απόρριψη και κριτική στην ζωή όπως την βιώνουμε. Είναι η μυθοπλασία που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, απαντά και ανακουφίζει, «επινοήθηκε ως άμυνα κατά της δυστυχίας» (σ. 27). Εξού γιατί θεωρήθηκε από δυσάρεστη έως επικίνδυνη, εξού και ο ρόλος της λογοκρισίας.
Διαχωρίζει τον ποιητικό λόγο από τον μυθιστορηματικό. Η ποίηση είναι είδος «πυκνό, αποκαθαρμένο μέχρι να μείνει μόνο η ουσία, χωρίς φλυαρία» (σ. 108). Αντίθετα το μυθιστόρημα θα πρέπει να είναι κάπου τοποθετημένο στον χρόνο, στον χώρο και να έχει πληροφορίες επιλεγμένες που να συνδέουν τα επεισόδια και τα γεγονότα. Με τον τρόπο αυτό δικαιολογεί την αναγκαιότητα των τεχνικών που παραδίδει.
Τα σημεία στα οποία επικεντρώνεται είναι το αλληλένδετο μεταξύ θέματος και μορφής, η επιλογή της ιστορίας (που κατατρέχει το υποσυνείδητο του συγγραφέα και προκειμένου να απαλλαγεί το μεταμορφώνει), το ύφος, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα της αφήγησης, ο χώρος, ο χρόνος, το επίπεδο της πραγματικότητας, οι μετακινήσεις που μπορούν να γίνουν στις οπτικές του χώρου, του χρόνου, της αφηγητικής φωνής, του ύφους και το ποιοτικό άλμα που επιτυγχάνεται μέσα από δεξιοτεχνικές -αντιληπτές ή αδιόρατες- μετατοπίσεις, η τεχνική της ρωσικής κούκλας (οι αρθρωτές Χίλιες και μια νύχτες για παράδειγμα), το κρυφό στοιχείο, οι σιωπές του συγγραφέα, οι επιλογές και η οικονομία του, αυτό που αποκαλεί «τα συγκοινωνούντα δοχεία», το φαινόμενο «ντόμινο» εκεί που τα γεγονότα αλληλλοεπιδρούν το ένα πάνω στο άλλο. Και στο τέλος, ως υστερόγραφο η συντομότερη από όλες τις επιστολές, αναφέρεται στην κριτική όπου σχεδόν συμμερίζεται την άποψη του Rilke για την αξία της. Η κριτική δεν καταφέρνει να ερμηνεύσει, να απογυμνώσει το «φαινόμενο της δημιουργίας» γιατί η δημιουργία δεν διδάσκεται. Οι προϋποθέσεις της μόνο, η ανάγνωση και γραφή, διδάσκονται.
Επιμένει και επανέρχεται στο οξύμωρο της αυθεντικότητας, της ειλικρινείας που θα πρέπει να αναδύεται από την κατασκευή της μυθοπλασίας. Οι μύθοι των ανθρώπινων κοινωνιών δεν είναι τίποτα άλλο παρά αποδόσεις πραγματικότητας που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, παράλληλα με το καλούμενο πραγματικό, συνυπάρχουν το φαντασιακό, αλληγορικό, ιδεατό…
Και να μην κλείσω χωρίς να ευχαριστήσω ξανά το λαγωνικό της στήλης και βέβαια για την υπόδειξη του τίτλου ως σχετικού (του τρίτου περί γραφής σε μορφή επιστολών) και για το πρόσφορο timing, την επιλογή του χρόνου, που επιτρέπει ένα ενδιαφέρον -νομίζω- πάντρεμα των παρουσιάσεων σε κοντινή απόσταση.
Κυριακή, 13 Απρίλιος 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 26

Rainer Maria Rilke, Γράμματα σ’ ένα νέο ποιητή, μετάφραση Μάριου Πλωρίτη, Ίκαρος, Αθήνα 1995, 109 σ.
Δέκα γράμματα του Rilke προς τον ποιητή του Βιβλίου των Ωρών, Franz Xaver Kappus, γραμμένα μεταξύ των ετών 1903-1908, που πρωτοκυκλοφόρησαν το 1929. Στα ελληνικά μεταφρασμένα από τον συγγραφέα και σκηνοθέτη Μάριο Πλωρίτη απευθείας από τα γερμανικά, έχουν εκδοθεί δεκατρείς φορές μέχρι τον Ιούλιο του 2005 από τον ιστορικό εκδοτικό οίκο Ίκαρο. Ο Μάριος Πλωρίτης, μαζί με τον Αλέκο Κατσιφά και τον Νίκο Καρύδη, ίδρυσαν την «εκδοτική εταιρία Ίκαρος» τον Δεκέμβριο 1843 που ξεχώρισε τόσο για τις εκδοτικές επιλογές Ελλήνων και ξένων ανθρώπων των Γραμμάτων και των Τεχνών όσο και για την ποιότητα, την εικαστική πρόταση και την τεχνική αρτιότητα των εκδόσεών του.
Συμβουλές τεχνικού ή πρακτικού τύπου δεν δίνει ο Rilke στο νεαρό ποιητή. Πώς αρχίζει ένα ποίημα, για την μορφή, το ύφος και τέτοια δεν έχει. Μια συνταγή επιτυχίας, ένα μοντέλο να πατήσει, τέτοιου είδους παραινέσεις δεν υπάρχουν. Δεν έχουν σημασία. Σημασία έχει μόνο ο ίδιος ο ποιητής με τις αναμνήσεις, τις εικόνες καθημερινότητας, τα αισθήματά του που καλείται να αποδώσει με «ταπεινή ειλικρίνεια». Οι επιστολές περιγράφουν την ποιητική ηθική του Rilke, που επικεντρώνεται στον άνθρωπο, την δύναμή του και τις αδυναμίες του που ιδωμένες αλλιώς, και πάλι με δύναμη ισούνται.
Ο νέος ποιητής θα πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα αν πρέπει οπωσδήποτε επιτακτικά να γράφει, τι τον σπρώχνει προς τα εκεί και να οργανώσει την ζωή του σύμφωνα με την αναπόδραστη αυτή ανάγκη της έκφρασης. «Ένα έργο τέχνης είναι άξιο μόνο σαν ξεπηδάει από μιαν ανάγκη» (σ. 21). «Κι η τέχνη, ακόμα, δεν είναι παρά ένας τρόπος ζωής» (σ.108).
Διατρέχω τις επιστολές και χορταριάζω σκόρπια, μπρος πίσω. «… χωρίς ποτέ ν’ αποζητήσετε καμιάν αμοιβή απ’ έξω», η αμοιβή –κίνητρο ενέργειας και δράσης- δεν χωράει εδώ γιατί αμοιβή είναι ένας ολόκληρος ολοκληρωμένος εαυτός. Μάλλον η αρχή αυτή θα μπορούσε να ισχύσει και σε άλλες περιπτώσεις, ίσως για όλους…
Η ειρωνεία δεν μπορεί να σκεπάσει το έλλειμμα δημιουργικότητας σε καμιά περίσταση.
Ο Rilke υποδεικνύει εκείνα τα βιβλία που διδάσκουν τις αλήθειες που προσπαθεί να καλλιεργήσει και να περάσει μέσα από τον κόσμο τους.
Παρακαλεί να διαβάζει όσο μπορεί λιγότερες αισθητικές και κριτικές μελέτες. Είναι άψυχες, μεροληπτικές ή μονόπλευρες, βραχύβιες.
Ο καλλιτέχνης δεν πρέπει να βιάζεται, σαν να έχει μπροστά του την αιωνιότητα.
Τα μικρά και ασήμαντα, τα αδύναμα και ταπεινά περιμένουν να αγαπηθούν.
Θ πρέπει να ελευθερωθεί από τις προλήψεις, τις πλάνες, τις συμβατικότητες (τις ευκολότερες λύσεις), για να ιχνηλατήσει την ατομικότητά του.
Με τον περίγυρο των απλών ανθρώπων ο ποιητής να επικοινωνεί στο επίπεδο που βρίσκονται, να μην τους τυραννά και τους τρομάζει με τα δικά του ερωτήματα, και την μοναξιά του.
Τα δύσκολα και επίπονα μονοπάτια της Μοναξιάς και της Θλίψης, ο ποιητής να μην τα φοβάται. Αντίθετα, πρέπει να αποζητά και να στρέφει την ματιά του προς τα μέσα του, με την αυτοσυγκέντρωση του ερημίτη. Στην εσωτερική πορεία που δεν συναντά κανέναν και βαραίνει ασήκωτα. Τις θλίψεις, στιγμές ψυχικής έντασης, που έχουν ζωή αυτόνομη, που είναι βλαβερές μονάχα όταν τις φιμώνουμε και τις σέρνουμε σαν αρρώστιες.
Για την Μοίρα που βγαίνει από τον άνθρωπο τον ίδιο και δεν έρχεται κάπου απέξω. Για την υπόστασή μας που πρέπει να αποδεχθούμε «πλέρια». Για τους φόβους μας που δεν έχουμε το κουράγιο να αναμετρηθούμε, για τον συγκεκριμένο φόβο του καινούργιου και άγνωστου, για τις απέραντες δυνατότητές μας όταν είμαστε προετοιμασμένοι για όλα, για τους δικούς μας τρόμους μέσα στον κόσμο. Για την ανατρεπτική διατύπωση: «Ίσως κάθε τι τρομαχτικό να’ ναι, στο απώτατο βάθος του, έρημο κι αβοήθητο και να προσμένει από μας βοήθεια.» (σ. 92-96)
Και άλλα δύσκολα.
Μάζεψα πολλά, ουσιώδη, για σκέψη πάντως, ίσως και για εφαρμογή. Με ένα νέο τρόμο: την συναίσθηση ότι τα περισσότερα από αυτά μένουν ακόμα να κερδισθούν από ποιητές και μη…
Κυριακή, 6 Απρίλιος 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 25

Αντόν Τσέχοφ, Η τέχνη της γραφής. Συμβουλές σε ένα νέο συγγραφέα, ανθολόγηση Πιέρο Μπρουνέλλο, μετάφραση Βασίλης Ντινόπουλος, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2007, 220 σ.
σειρά: Ξένη Λογοτεχνία
Αν σε προηγούμενες παρουσιάσεις έχει θιγεί ελαφρά το ερώτημα γιατί διαβάζουμε, μάλλον προηγείται ένα άλλο ερώτημα: γιατί, πώς και με ποιο σκοπό γράφουμε. Για την τέχνη και την τεχνική του γράφειν. Η μπλογκοστήλη έχει ακουμπήσει το θέμα με τον Lu Chi, Η τέχνη του γραψίματος = Wen Fu, (Βιβλία για βιβλία 6). Αλλά αν ο Lu Chi έγραψε για να ξεκλειδώσει τα μυστικά της γραφής και διατύπωσε τις σκέψεις του λυρικά, σε στίχους, ο Άντον Τσέχοφ (1860-1904) δεν κάθισε να γράψει ένα βιβλίο για την γραφή επιτούτου. Τι τον απασχολεί, πώς συλλαμβάνει ένα θέμα και στην συνέχεια το επεξεργάζεται, για τις διαδρομές του στον κόσμο του γραπτού λόγου. Όχι, καθόλου. Μέσα από την επιστολογραφία του επιλέχθηκαν από τον Πιέρο Μπρουνέλλο εκείνα τα κομμάτια που αναφέρονται με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο στο γράψιμο, ταξινομήθηκαν ανάλογα με το συμβουλευτικό τους περιεχόμενο -δεν ακολουθείται χρονολογική τάξη των επιστολών αλλά παρουσιάζονται ομαδοποιημένα θεματικά- και με μια σύντομη εισαγωγή του ίδιου, έφτιαξαν ένα νέο –μετά θάνατον– τίτλο για τον Ρώσο διηγηματογράφο και θεατρικό συγγραφέα Αντόν Τσέχοφ.
Τα περισσότερα αποσπάσματα είναι σύντομα και πάντως δεν ξεπερνούν τις δύο σελίδες. Αποκομμένα από την υπόλοιπη επιστολή και την σχέση με τους δέκτες, λειτουργούν ως παραθέματα και όχι ως ολοκληρωμένες απόψεις. Μεταξύ των παραληπτών τους ο μεγαλύτερος αδελφός του, δημοσιογράφος και συγγραφέας Αλέξανδρος, ο Μ. Γκόρκι και άλλοι νέοι και νέες συγγραφείς με τους οποίους αλληλογραφεί και των οποίων τα κείμενα διαβάζει. Είναι δομημένο σε δυο μέρη, στα Γενικά και τα Ειδικά Ζητήματα με κεφάλαια που πραγματεύονται γιατί γράφουμε, για ποιον, τι να γράφουμε και πώς, πότε και με ποιον ρυθμό, στα Γενικά. Το δεύτερο μέρος αναφέρεται στην αξία της φιλαλήθειας, την τεχνική των περιγραφών, των προσώπων, των συναισθημάτων, των προς αποφυγή πραγμάτων, στην λογοτεχνική κοινότητα, και διάφορες μικρές συμβουλές για την χρήση ονομάτων, λέξεων, τίτλων, προσδιορισμών, αφιερώσεων.
«Δε μας κλείνουν τις πόρτες επειδή γράφουμε. Αντίθετα, γράφουμε επειδή μας κλείνουν τις πόρτες και δεν έχουμε τι άλλο να κάνουμε», έγραφε στον Μαξίμ Γκόρκι από την Γιάλτα στις αρχές του 1899. Υποστήριζε ότι ο λογοτέχνης δεν καλείται να δίνει απαντήσεις σε υπαρξιακά ερωτήματα, δουλειά του είναι η απεικόνιση καταστάσεων με την ματιά του αμερόληπτου, ειλικρινή μάρτυρα. Να θέτει τα ζητήματα. Συστηματικά συνιστούσε λιτότητα και αμεσότητα του λόγου, αντικειμενικότητα, απλότητα, πειστικότητα, τόλμη και πρωτοτυπία, και όχι επανάληψη των στερεοτύπων, αλλά προσέθετε και την ποιότητα της ζεστασιάς. Αρνιόταν το τυχαίο και αναζητούσε την λογική. Θεωρούσε ότι η τέχνη δεν μπορεί να λέει ψέματα, μισούσε την βία σε όλες τις μορφές της. Οι λεπτομέρειες εξαντλούν την προσοχή, ακόμα και οι πιο ενδιαφέρουσες. Τα κεντρικά πρόσωπα σε ένα διήγημα θα πρέπει να είναι ζωντανά, να μην ξεπερνούν τα δύο (άνδρας-γυναίκα) και να δρουν σε ένα πλαίσιο.
«Εμείς θα δηλώνουμε καθαρά και ξάστερα ότι σ’ αυτό τον κόσμο τίποτα δεν είναι απλό», έγραφε, (σ. 153) προσδιορίζοντας τον κοινωνικό ρόλο του συγγραφέα. Αν και διατυπώνεται η βαθιά του απογοήτευση απέναντι στην επίσημη διανόηση της εποχής του, την χαρακτηρίζει υποκριτική, ψεύτικη, υστερική απαίδευτη, νωθρή (σ. 170), πίστευε στις «ξεχωριστές προσωπικότητες», εκείνες που δρουν στους κόλπους της κοινωνίας αθόρυβα, επίμονα και διακριτικά. Τα αποτελέσματα της δράσης αυτών των διάσπαρτων ανθρώπων δεν περνούν απαρατήρητα γιατί εντέλει τα πράγματα σπρώχνονται προς τα εμπρός. Και το εμπρός για τον Τσέχοφ ήταν ότι η επιστήμη προχωρά, «η κοινωνική αυτοσυνειδησία μεγαλώνει, τα ηθικά ζητήματα αρχίζουν να αποκτούν ενοχλητικό χαρακτήρα», και χωρίς τα «επίσημα πρόσωπα» και την μαζική διανόηση.
Στη βάση του πρόκειται για ένα βιβλίο κριτικής ανθολογίας, προϊόν ιταλικής επεξεργασίας που κυκλοφόρησε το 2002. Και από την ανθολογία με την σειρά μου ανθολόγησα –φιλτράρισα– όσα χτυπάνε ένα δικό μου νεύρο. Έχει μεταφραστεί και στην γαλλική γλώσσα την οποία ο Έλληνας μεταφραστής χρησιμοποίησε για να περάσει την εισαγωγή στα ελληνικά, ενώ σημειώνει ότι τα αποσπάσματα των επιστολών του Τσέχοφ μετάφρασε απευθείας από τα ρωσικά. Δύο εκδόσεις έχει κάνει το ελληνικό βιβλίο την χρονιά που μας πέρασε, τον Ιούνιο και τον Δεκέμβριο του 2007.
Καλημέρα σε όλους, σήμερα συννεφιασμένη Κυριακή
Κυριακή, 30 Μάρτιος 2008
ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 24

Ευγένιος Τριβιζάς, Ο Ιγνάτιος και η γάτα, εικόνες Βαγγέλης Παυλίδης, Καλέντης, Αθήνα 2001
σειρά: Παραμύθια από τη χώρα των χαμένων χαρταετών 1
Στην μακρινή και φημισμένη Φουρφουρμβέργη υπήρχε η πιο πλούσια βιβλιοθήκη των πέντε ηπείρων. Τα είχε όλα από παντού και είχε πολύ αυστηρούς κανόνες λειτουργίας. Σιωπή κυριαρχούσε το πρωί που διάβαζαν οι σοφοί και το βράδυ ο Αρχιξεσκονιστής στα κίτρινα συντόνιζε τους δώδεκα Ξεσκονιστές που ξεσκόνιζαν από μπέρδεμα ξανά και ξανά το ίδιο ράφι. Στο 260ό ράφι ανάμεσα σε βιβλία ανέγγιχτα κατοικoύσε ένας νεαρός, έξυπνος και επαρμένος ποντικός, ο Ιγνάτιος. Αποφάσισε να μορφωθεί τρώγοντας βιβλία. Και μια μέρα έπεσε σε μια Ζωολογία. Μια ακίνητη γάτα τον θωρούσε μέσα από τα φύλλα. Αρχικά φοβισμένος, στη συνέχεια ξεθάρρεψε και εντέλει την ροκάνισε. «Έφαγα μια γάτα», σκέφτηκε απορημένος και το είπε στην γιαγιά του. Το νέο διαδόθηκε στην πόλη, το έγραψαν και οι εφημερίδες. Ανησυχία εξαπλώθηκε για το ανορθόδοξο του πράγματος και φόβος κυριάρχησε μα τίποτα δεν άλλαξε όσος καιρός και αν πέρασε, και η κατάσταση καταλάγιασε. Στο μεταξύ, ο Ιγνάτιος παντρεύτηκε την Εβίτα και ένα βράδυ, ένας ποντικός ζήτησε την βοήθεια του Ιγνάτιου να αντιμετωπίσει την γάτα Γρατζουλίνδη που είχε καταφάει την οικογένειά του. Ο Ιγνάτιος πρόθυμα δέχτηκε να τα βάλει με την γάτα, ξεχνώντας ολοσχερώς ότι η μόνη γάτα που είχε φάει ήταν ζωγραφισμένη σε χαρτί, και φυσικά η Γρατζουλίνδη να τον έκανε μια μπουκιά! Οι γιαγιάδες διηγούνται την ιστορία του Ιγνάτιου στα ποντικάκια και κανείς δεν έχει παρατηρήσει ότι στην Ζωολογία λείπουν σελίδες και ειδικότερα η εικονογράφηση που παρουσιάζει την «γαλή την οικοδίαιτο», τον σπιτόγατο.
Μια ιστορία σχεδόν καθημερινότητας. Μια κανονικότητα που διαταράσσεται και παίρνει προσωρινές διαστάσεις από μια παράδοξη είδηση που περικλείει στοιχεία αλήθειας και αναλήθειας την ίδια στιγμή. Οι εικόνες των πραγμάτων δεν είναι τα ίδια τα πράγματα. Ο Ιγνάτιος έφαγε την σελίδα της Ζωολογίας με μια ζωγραφισμένη γάτα αλλά όχι μια ζωντανή. Την ξόρκισε, δεν την εξόντωσε. Αναγνώρισε ότι αυτό που ροκάνισε είχε την μορφή της γάτας. Έως εκεί. Και στο σημείο αυτό, μέσα από περίεργες διαδρομές, γεννιέται το ερώτημα: Τι αξία έχουν τα διαβάσματα, σε τι αντιστοιχούν με την πραγματικότητα. Το επιχείρημα ότι όποιος διαβάζει δεν ζει μόνο την δική του ζωή αλλά ζει και όλα εκείνα που έχει διαβάσει, κατά πόσον ισχύει. Πώς τα έχει ζήσει; Είναι δυνατόν να ζούμε μέσα από αναγνώσεις ωσάν να αποτελούν πραγματικότητα. Οι αναγνώσεις -αναζητήσεις, σκέψεις, εμπειρίες σε όλα τα επίπεδα, ταξίδια άλλων ανθρώπων στον χώρο και τον χρόνο- αποτελούν στοιχεία της προσωπικότητάς μας. Μας διαμορφώνουν μαζί με άλλα κοινωνικά δεδομένα σε μοναδικές εκδοχές του ανθρώπου. Μάλλον φτιάχνουμε τον εαυτό μας τροφοδοτώντας τον. Άλλοι τρώνε μουσική, χορό και τραγούδι, άλλοι τρώνε τηλεόραση, άλλοι τρώνε απλά για να εξακολουθούν να κινούνται, άλλοι αντλούν από την πηγή της ανάγνωσης. Γιατί όσο και αν ορισμένα πράγματα είναι προκαθορισμένα, δεν ψάχνουμε να βρούμε τον εαυτό μας, σαν να πρόκειται για κάτι χαμένο, που βρίσκεται κάπου αλλά παραστράτησε ή μπέρδεψε τον προσανατολισμό του. Τον δημιουργούμε μέσα από επιλογές και τον ορίζουμε όσο καλύτερα μπορούμε.
Ουπς, παραβάρυνε για παρουσίαση παιδικού βιβλίου.
Ο Ιγνάτιος, πάντως, πολύ μπερδεύτηκε…
Μια ιστορία με την υπογραφή του Ευγένιου Τριβιζά φαρδιά πλατιά στην ονοματοδοσία, την πλοκή, τις λεπτομέρειες που διανθίζουν την ιστορία, τον τρόπο που αντιδρούν άνθρωποι και ζώα στις ειδήσεις και τα γεγονότα, τις μικρές παρεξηγήσεις που φέρνουν ανεξήγητες αντιδράσεις. Ο Τριβιζάς που γενναιόδωρα συνεργάζεται με πολλούς εκδοτικούς οίκους και δεν κλείνει σε αποκλειστικότητα τη συνεχή ροή του παραμυθογραψίματός του.
Τρομερή η εικονογράφηση του Ροδίτη πολιτικού σκιτσογράφου –και όχι μόνο- Βαγγέλη Παυλίδη. Πίνακες ζωγραφικής που δένουν με το χιουμοριστικό πνεύμα της ιστορίας του καβαλημένου Ιγνάτιου. Τα πρόσωπα και τα ζώα καρικατούρες στην αντίστοιχη τυπολογία τους. Η απεικόνιση των βιβλίων και της βιβλιοθήκης, τέλεια!!! Στα ράφια, τακτικά και πεταμένα ακατάστατα κάτω, με προοπτική από πάνω προς τα κάτω, δαγκωμένα και μισοφαγωμένα, ντύνουν σελίδες της ιστορίας.



