Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2009

Της Κυριακής η βόλτα

Τα βήματά μας και αυτήν την Κυριακή μας έφεραν στην οδό Ηφαίστου, στο υπόγειο παλαιοβιβλιοπωλείο με το όνομα ο Κήπος των Βιβλίων. Από ενδιαφέρον, από περιέργεια, από ένα αίσθημα ανησυχίας για κάτι που είναι πια δηλωμένα καταδικασμένο. Είχε βάλει κρύο, φυσούσε κιόλας, και οι άνθρωποι στους δρόμους περπατούσαν κλειστά και αμυντικά. Να μην εκτίθενται στο κρύο. Αποφεύγοντας όμως, το κρύο, το κεφάλι σκύβει, οι ώμοι σφίγγουν και γέρνουν μπροστά, τα χέρια βυθίζονται στις τσέπες, τα δάκτυλα κοκαλιάζουν και αγκυλώνουν, τα μάτια δακρύζουν και βλέπουν θολά. Το περπάτημα γίνεται βιαστικά, το χάζι χάνεται.
Την εβδομάδα που πέρασε στο μυαλό μας χτίζονταν εικόνες, πώς θα ήταν σήμερα ο υπόγειος κήπος, θα έχει κόσμο και τι κόσμο, οι στοίβες θα ήταν χαμηλωμένες, πιο αυξημένη η ακαταστασία, η ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη ή συναισθηματικά φορτισμένη ή αδιάφορη ή φαταλιστική ή τι, τέλος πάντων.
Φτάνουμε στο σημείο, όλα ίδια, το πωλητήριο εκεί, η βιτρίνα ανέγγιχτη, οι αφίσες στον τοίχο εκεί. Φτάνουμε στην αρχή των σκαλιών. Η ματιά μας κατηφορίζει στην είσοδο. Οπ! Το άνοιγμα μπλοκαρισμένο. Η φόρα κόβεται απότομα. Μια πράσινη σπαστή κουκούλα φράζει το άνοιγμα. Τέλος, δεν προλάβαμε, καμιά εικόνα, πάει έκλεισε το σύστημα. Έκλεισε. Ό, τι πήραμε πήραμε. Δεν έχουμε κανέναν λόγο να στεκόμαστε εκεί.
Τι θα απογίνουν τα βιβλία; Πού θα πάνε; Υπάρχει άραγε κανένας που να ενδιαφερθεί; Πώς γίνεται να μάθουμε. Περπατάμε μουδιασμένα, σκεφτικά.
Το Μοναστηράκι συνεχίζει ολόγυρα με τα μαγαζιά, τους πάγκους, τα κιόσκια, τις τέντες, τα σεντόνια κατάχαμα. Αντικείμενα παλιά και παλιότερα, και καινούργια. Μέσα σε όλα και βιβλία διάσπαρτα, κάθε σπίτι έχει κάποιου είδους έντυπο, φυλλάδια, περιοδικά, σχολικά, νεανικές αναγνώσεις. Μα να, υπάρχουν και παλαιοβιβλιοπωλεία. Θα πρέπει να βρίσκονταν καιρό τώρα. Εμείς δεν τα είχαμε προσέξει, στην σκιά του μεγάλου κήπου των βιβλίων, οι μικρότεροι δεν φαίνονταν τόσο. Σαν την ιστορία του κυπαρισσιού που περήφανα σκίαζε την αγριάδα που φύτρωνε στα πόδιά του έως ότου το χτύπησε αστροπελέκι και το έκαψε, ιστορία που μου διηγήθηκαν από το τηλέφωνο.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

The Life and Works of William Butler Yeats



Εικονική περιήγηση της Έκθεσης από εδώ

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2008

Πέρασε καιρός, ένας μήνας παρά δύο μέρες από την τελευταία ανάρτηση, όμως αυτή εδώ είναι η τελευταία. Έντεκα μήνες, 50 Βιβλία για βιβλία που μιλάνε στην πραγματικότητα για περισσότερα από 50 βιβλιοβιβλία. Αν υπήρχε κάποιο στοίχημα, δεν μπορώ να απαντήσω αν κερδήθηκε ή όχι. Και αν και ξεκίνησε με φανερή προσηλωμένη αγάπη για τους χώρους του βιβλίου, είχε και άλλα από πίσω της (όπως συνήθως βέβαια).
Όταν ήμουν μικρή, πρώτες τάξεις του δημοτικού, δεν θυμάμαι ποιος, μου είχε χαρίσει ένα βιβλίο αγγλικό που είχε ένα κάτι για κάθε μέρα του χρόνου. Με άλλα λόγια περιλάμβανε 364 κειμενάκια. Αυτά ποίκιλλαν σε είδος και σε μέγεθος. Μπορεί να ήταν ένα αίνιγμα, ένα γνωμικό, ένα τραγουδάκι, ένα παιχνίδι, μια στροφή, μια σύντομη διήγηση, ένα παραμύθι, ένας μύθος… Μερικά ήταν του παραλόγου (εκεί που η αγελάδα χωρίς φανερή αιτία –δεν την κυνηγούσε ή ανάγκαζε κανείς, δεν έψαχνε κάτι– πηδούσε πάνω από το φεγγάρι), άλλα ανατρεπτικά (εκεί που το πιάτο ερωτευόταν και κλεβόταν με το κουτάλι και όχι ένα άλλο κουτάλι, ή τέλος πάντων το διπλανό πιρούνι ή μαχαίρι), άλλα αστεία, διδακτικά, εντελώς βουκολικά, παλιά, της παράδοσης, διάφορα. Φυσικά όλοι συνομιλούσαν με άνεση αναμεταξύ τους: άνθρωποι, ζώα, φυτά, πράγματα, ιδέες. Είχαν και εικονογράφηση που βοηθούσε στην απογείωση του κειμένου. Σε κάθε μέρα αντιστοιχούσε μία προσμονή για το τι έκρυβαν τα λόγια και για την στιγμή ανάγνωσης και μετάφρασης. Ήταν ένα σημείο αναφοράς ακόμα και μετά το διάβασμα όλου του περιεχομένου. Πάνω του έρχονταν και κάθονταν κάθε φορά και άλλα, συσσώρευε, άλλαζε, μεταμορφωνόταν. Μια ιδέα, μια σκέψη που κλωθογύριζε ολημερίς, ένα παιχνίδισμα του νου ανάμεσα στα πρέπει του σπιτιού και του σχολείου, σε αυτά που αναμένονταν και άρμοζαν, ένα πέταγμα προς τα αλλού που γεννιόταν από τη δομή και τα τυπωμένα ενός βιβλίου.

Τα Βιβλία για βιβλία ταξίδεψαν εμένα ξανά και ξανά σε διαβάσματα, επαναδιαβάσματα, νέες αναγνώσεις, ελπίζω στ’ αλήθεια και όσους τα διάβασαν. Έδωσαν το στίγμα τους στην εβδομαδιαία καθημερινότητα αυτή τη φορά πέρα από το σπίτι, το γραφείο και τα άλλα βάσανα, είχαν το ρόλο του σταθερού (Κυριακή) και κινητού (διαφορετικό τίτλου και περιεχομένου) συνάμα. Τελείωσαν τα βιβλία για βιβλία; Σίγουρα όχι, υπάρχουν πολλά βιβλία για βιβλία με τον ένα ή τον άλλον τρόπο. Μόνο που πάω για Βολτίτσες.

Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 50


Βαγγέλης Ηλιόπουλος, Ο Βιβλιοπόντικας, εικονογράφηση Κιάρα Φεντέλε, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2004, 24 σ.
σειρά: χωρίς σωσίβιο-Καβουράκια 1 (για παιδιά Α΄ και Β΄ Δημοτικού)

Συχνά το διάβασμα συνδέεται με το ροκάνισμα και το φαγητό, σαν μια τροφή που χορταίνει με άλλο τρόπο, που ένας τρόπος για να την καταναλώσεις είναι να την ροκανίσεις. Τα ποντίκια που ροκανίζουν καρπούς και χαρτί συχνά συνταιριάζονται με την ανάγνωση. Έχουν και ένα ακόμα χαρακτηριστικό, ζουν σε ήσυχα και απόμακρα, φορές υγρά και σκονισμένα, σημεία, εκεί που ακουμπούν οι άνθρωποι τα βιβλία.
Ένα επιπλέον σήμα κατατεθέν του βιβλιοφάγου είναι τα γυαλιά. Από τον 14ο αιώνα και μετά, στου ζωγραφικούς πίνακες προστέθηκαν γυαλιά όταν επιθυμούσαν να δηλώσουν ότι το πρόσωπο ήταν σοφό και εργατικό, λέει ο Alberto Manguel στην Ιστορία της Ανάγνωσης (εκδόσεις Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη, Αθήνα 1997, σ. 459). Γυαλιά φορούν οι λόγιοι, οι διανοούμενοι, οι βιβλιοθηκάριοι, οι γιατροί και η ζήτησή τους αυξάνεται κατακόρυφα αμέσως μετά από την εφεύρεση της τυπογραφίας.

Τα βιβλία εξαφανίζονται από την τάξη, και ένα που βρίσκεται είναι δαγκωμένο. Η δασκάλα αποφαίνεται ότι πρόκειται για ποντικοδαγκωνιά και αποφασίζει να πάρει τα μέτρα της: φάκες και γάτες τρομερές. Χωρίς αποτέλεσμα όμως. Τα παιδιά ανακαλύπτουν τον ήρωά μας να τρώει βιβλία και να διδάσκει τις γάτες. Ο Βιβλιοπόντικας γίνεται ο βοηθός της δασκάλας και η τάξη έχει παιδιά και γάτες που μαθαίνουν να «ροκανίζουν» βιβλία.
Η ιστορία του Βιβλιοπόντικα δεν περιορίζεται σε μία περιπέτεια. Τον γνωρίζουμε καλύτερα στις επόμενες τρεις. Γνωρίζοντας την Τίτα Γραβιέρα που ήταν βιβλιοθηκονόμος κάνει την υπέρβασή του, ψάχνει για δουλειά στον χώρο των βιβλίων και σταματά να τρώει βιβλία, για χάρη της, για να είναι μαζί (Όταν ο Βιβλιοπόντικας συνάντησε την Τίτα Γραβιέρα, 2004 και 2007, 32 σ.) Στην συνέχεια αποκτούν τον Χαρτοπόντικα και τον γκρινιάρη και τον ξάγρυπνο Μίμη Κασεράκη. Μυστήρια αρχίζουν να συμβαίνουν στην Βιβλιοθήκη και στο σπίτι (Μυστήριο στην Βιβλιοποντικοθήκη, 2006, 32 σ. και παιχνίδια). Η Τίτα παρατηρεί, ψάχνει και ανακαλύπτει ότι ο Βιβλιοπόντικας τα βράδια που δεν κοιμάται το μωρό, παίρνει τον Χαρτοπόντικα και όλα τα μεγάλα αδέλφια με το ίδιο θέμα και τους διαβάζει παρέα με τα «παραπονεμένα» βιβλία, εκείνα που έχουν καιρό να βγουν από τα ράφια, να τα δανειστούν. Η Τίτα, τότε, έχει την ιδέα να μένει η Βιβλιοποντικοθήκη, όλη μέρα ανοιχτή για όλους και αλλάζει το ωράριο. Το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι του Βιβλιοπόντικα (2007 και παιχνίδια), μπισκότα, φυσικά, γίνεται μέσα στην Βιβλιοποντικοθήκη, παρέα με τα παιδιά, και πάντοτε ο Βιβλιοπόντικας ξεχνιέται λιγουλάκι και κάτι μασουλίζει από βιβλία, με προτίμηση τα αστυνομικά ακόμα και του φέρνουν βαρυστομαχιά.
Και όσο εμείς γνωρίζουμε μέσα από τις παλιές και νέες σχέσεις και από καταστάσεις τον Βιβλιοπόντικα τόσο το επίπεδο της ανάγνωσης, δυσκολεύει είναι η λέξη που μου έρχεται αλλά δεν θέλω να την χρησιμοποιήσω, γιατί βγάζει κάτι αρνητικό, γιατί δεν δυσκολεύει γίνεται πιο σύνθετο, πιο πλούσιο σε λόγια και σε δράση, και αυτό δεν φέρνει δυσκολία αλλά ενδιαφέρον. Το επίπεδο ταξιδεύει σε περισσότερες, μακρύτερες φράσεις. Εκεί που γνωρίζει την Τίτα Γραβιέρα βρίσκεται στο δεύτερο επίπεδο (Ψαράκια), και οι άλλες δύο (Δελφινάκια). Η σειρά «χωρίς σωσίβιο» ακολουθεί μία θαλάσσια εικονοδιαδρομή: από τα καβουράκια του γιαλού, μέσα έξω στο νερό, στην άμμο και τα βραχάκια, περνάει στα μικρά ψαράκια που κολυμπάνε στα ρηχά, έως ότου φτάσουν τα δελφινάκια της ανοιχτής θάλασσας.
Πρωτοπαιδικά Βιβλία για βιβλία με όλη την σημασία της στήλης.

Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 49



Αστυνομικά Βιβλία για Βιβλία
Τρία βιβλία ψιλοσκονίζονται υπομονετικά, εκεί στην ειδική θέση. Έχουν ένα κοινό: είναι, δηλώνονται από τον τίτλο, τα εξώφυλλά και τα περιγραφικά οπισθόφυλλά τους, αστυνομικά. Αστυνομικά που συνδέονται απευθείας με βιβλιοθήκες. Τα βάζω σε μία σειρά, όπως νομίζω από τα στοιχεία που αναφέρονται στα ίδια τα βιβλία, χρονολογικά σύμφωνα με το έτος συγγραφής τους. Πρώτο είναι της Αγκάθα Κρίστι, Ένα πτώμα στη βιβλιοθήκη, άθλος της μις Μαρπλ, μετάφρασις Ανδρέα Παναγιωτόπουλου, εκδόσεις Λυχνάρι, 154 σ., σειρά: Βιβλιοθήκη Αστυνομικής Λογοτεχνίας αρ 150· δεύτερο, γραμμένο το 1990, είναι το βιβλίο του Stephen King, Η αστυνομία της Βιβλιοθήκης, μυθιστόρημα, μετάφραση Χρύσα Τσακιλίδου, εκδόσεις Επιλογή, Θεσσαλονίκη 1995, 315 σ.· τρίτο του John Maddox Roberts, Φόνος στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας: όταν η Ρώμη κυβερνούσε τον κόσμο, το έγκλημα κυβερνούσε τη Ρώμη, αστυνομικό μυθιστόρημα, μετάφραση Ελεονώρα Χαριλάου, εκδόσεις Περίπλους, Αθήνα 2000, 418 σ., που όμως ο τίτλος πρωτοτύπου δεν περιλαμβάνει αυτή καθαυτή την λέξη «βιβλιοθήκη», την ορίζει σαφώς ως «τον ναό των Μουσών». Πρωτοκυκλοφόρησε το 1992.
Αρχικά κάνω έναν μάλλον πρόχειρο έλεγχο. Καλά έχω αυτά τα τρία, μήπως βρίσκονται και άλλα; Στην συνδυαστική αναζήτηση «Αστυνομικά και θρίλερ-βιβλιοθήκη» στην Πρωτοπορία φανερώνονται αυτά και του Στηβ Μπέρι, Αλεξάνδρεια, ο φύλακας της Βιβλιοθήκης, εκδόσεις Πλατύπους, για την παγκόσμια πολιτική, τον ρόλο των ΗΠΑ και τον μύθο των φυλάκων της μυστικής γνώσης. Όλη η κατηγορία περιλάμβανε μέχρι χθες Σάββατο 1.199 τίτλους.
Κανονικά θα παρουσιάζονταν στην στήλη το καθένα χώρια (έτσι θα κέρδιζα και περισσότερους τίτλους!), αφού τα ξαναπερνούσα ένα διάβασμα. Όμως, όχι, σκέφτομαι. Δεν θα περιγράψω πλοκές και πρωταγωνιστές αυτήν την φορά. Θα κάνω κάτι αλλιώτικο, θα προσπαθήσω να εφαρμόσω (μάλλον επιδερμικά) το σχήμα που φτιάχνει ο Πέτρος Μάρκαρης στο βιβλίο του Κατ’ εξακολούθηση, για την εξέλιξη των αστυνομικών ως λογοτεχνικού είδους. Αυτό με απαλλάσσει και από την λεπτομερειακή ξανά-ανάγνωσή τους, καθώς από την μια η οπτική είναι πεδίο σχεδόν ελεύθερο και από την άλλη μπορώ να βασιστώ σε αυτά που πραγματικά έχουν μείνει μετά από καιρό, στην γεύση του θυμητικού.
Υποστηρίζει ο Μάρκαρης «ότι το σημερινό αστυνομικό είναι περισσότερο ένα κοινωνικό μυθιστόρημα με αστυνομική πλοκή…» (σ. 106) και λίγο πιο κάτω ότι «το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα είναι απευθείας απόγονος του αστικού μυθιστορήματος του 19ου αιώνα» (σ. 108), και αυτό συμβαίνει γιατί εντάσσεται απόλυτα μέσα στο περιβάλλον των πόλεων.
Στο μυστήριο της Α. Κρίστι το επίκεντρο πέφτει στην πλοκή, στα πήγαινελα των προσώπων, των διαλόγων και των συμπερασματικών συλλογισμών, την περιγραφή των κινήσεων και αντιδράσεών τους. Το πτώμα της νεαρής ξανθής εντοπίζεται στην βιβλιοθήκη του συνταγματάρχη Μπάντυ, ένα δωμάτιο του σπιτιού, κατά κανόνα, ήσυχο, αραιά επισκέψιμο, ειδικής ατμόσφαιρας, εντελώς διαφορετικής από εκείνη των άλλων οικιακών χώρων. Η βιβλιοθήκη είναι ένα σκηνικό.
Την δολοφονία του μαθηματικού Ιφικράτη του Χίου, μαθητής του Αρχιμήδη, καλείται να διαλευκάνει ο θερμόαιμος δημοκράτης Ρωμαίος Δέκιος Καικίλιος Μέτελλος ο Νεότερος. Εδώ η δολοφονία συνδέεται πιο στενά, οργανικά με την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, όχι μόνο ως τοποθεσία αλλά και με την παρουσία και τις λειτουργίες της στην πόλη.
Στην Αστυνομία της Βιβλιοθήκης οι υποσυνείδητες εμπειρίες φόβου και αγωνίας έχουν θαφτεί στο πέρασμα της παιδικής ηλικίας, η διαστροφή και η σαπίλα είναι παρόντα Η αντίθεση βρίσκεται στο σημείο που μια τοπική βιβλιοθήκη (η Δημοτική Βιβλιοθήκη του Τζάνξιον Σίτυ της Αϊόβα), φαινομενικά ένα ήσυχο (ασφαλές) λιμάνι, που συγκεντρώνει πολλά παιδιά, όχι μόνο είναι τόπος που προξενεί άγχος με το κλίμα που εκπέμπει (σιωπή απαιτείται, τα ράφια ένας λαβύρινθος) αλλά κρύβει και άλλους αληθινούς κινδύνους για τα παιδιά.
Το σχήμα λειτουργεί για αστυνομικά βιβλία για βιβλία και ίσως και για τον Στηβ Μπέρι που δεν κατάφερα να διαβάσω. Υπάρχει μία διάβαση από το πώς και ποιος είναι ο δολοφόνος (Α. Κρίστι) στο πού, πότε, γιατί και τους μηχανισμούς ενός εγκλήματος που δεν είναι μόνο ο φόνος αλλά η ηθική φθορά της κοινωνίας (J. Maddox Roberts, St. King).
Επιπλέον, το σύγχρονο αστυνομικό μυθιστόρημα έχει εξερευνήσει και την περιοχή του ιστορικού βάθους, μέσα στο αναπτυσσόμενο ερευνητικό ενδιαφέρον που έχει να κάνει με τους τρόπους των ανθρώπων, την καθημερινή τους ζωή, τις συνήθειες, τα ρούχα, τα αντικείμενα που τους περιτριγύριζαν, ακόμα και τα συναισθήματά τους. Έχει αναπτυχθεί ένα υποείδος, το ιστορικό αστυνομικό μυθιστόρημα που έχει να επιδείξει επιτυχημένες σειρές. Όπως του αρχαίου Κνέζου δικαστή Τι (Robert Van Gulik), της αδελφής Φιντέλμα (Peter Tremayne), του αδελφού Κάντφελ που ζει τον 12ο αιώνα (Peter Elis) και του βυζαντινολόγου Παναγιώτη Αγαπητού (με δύο έως τώρα τίτλους) και άλλα. Σε αυτήν την υποκατηγορία ανήκει ο Φόνος στην Αλεξάνδρεια αλλά συγχρόνως δηλώνει ότι το έγκλημα έχει παλιές καταβολές. Αποτυπώνεται η ιστορική εποχή, η πόλη και οι κάτοικοί της τότε, μα εκεί βρίσκονται και τα πάγια ανθρώπινα πάθη και αδυναμίες, μια νέα ματιά προς τα πίσω.
Και αν μία σταγόνα βροχής σκοτώνει το καλοκαίρι, αυτό το Σαββατοκύριακο το καλοκαίρι δολοφονήθηκε…

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 48


Μαρία Μήτσορα, Με λένε Λέξη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008, 225 σ.
σειρά: Η κουζίνα του συγγραφέα


Ανατρέχω στις παρουσιάσεις και παρατηρώ ότι οι περισσότερες είναι μεταφράσεις, μια ποικιλία μεταφράσεων διαφόρων γλωσσών, από διάφορες εποχές. Με εξαίρεση ένα δυο τρεις τίτλους και λίγα παιδικά. Εδώ και τώρα ας αλλάξουν λίγο οι στατιστικές. Υπάρχει μια σειρά που χώνεται στις γεύσεις (εμπειρίες) και μυρωδιές (απόψεις) της γραφής συγγραφέων που τυπώνονται αρχικά στα ελληνικά.
Διευθυντής της σειριακής συστάδας είναι ο Μισέλ Φάΐς, συγγραφέας του μυθιστορήματος Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994, 259 σ.), που στα σίγουρα ενδιαφέρει τα Βιβλία για βιβλία. Στέκεται ακόμα όμως στο ειδικό ράφι, κάβα, με το σκοτεινό του εξώφυλλο και τις ελαφρά κιτρινισμένες σελίδες του, να ξαναδιαβαστεί για να πάρει αριθμό. Μα, να, όλο κάτι ξεφυτρώνει στο δρόμο της ανάγνωσης που οδηγεί απρόβλεπτα (ένας νέος τίτλος, μια υπόδειξη, μια κουβέντα, μια ανάγκη) και εξακολουθεί να παραμένει στην ασφάλεια της ρεζέρβας.
Η κουζίνα του συγγραφέα έχει μαγειρέψει έως τα τώρα έξι συνταγές: του Αλέξη Πανσέληνου το πιάτο Μια λέξη χίλιες εικόνες (το έχω διαβασμένο, μονορούφι θυμάμαι, καλύτερα και από τα βιβλία του), του Γιάννη Ξανθούλη Το μενού των φαντασμάτων, του Χρόνη Μπότσογλου Το χρώμα της σπουδής, της Μάρως Δούκα Τα μαύρα λουστρίνια (με περιμένει και το περιμένω ανυπόμονα), του Πέτρου Μάρκαρη Κατ’ εξακολούθηση (που τώρα κρατάω) και αυτό, το 48ο της στήλης Βιβλία για βιβλία.

Μέσα σε ένα χρόνο, το 2008, και σε απόσταση τεσσάρων μηνών (τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο), η Με λένε Λέξη έχει κάνει δύο εκδόσεις. Η φωνή της έχει διαβαστεί και διαβάζεται. Δεν γίνονται αναφορές για τεχνικές, σχεδιασμούς, κατασκευές χαρακτήρων, χτίσιμο πλοκής, για στοιχεία και για χειρισμούς της γλώσσας. Μιλάει για σχέσεις, για αισθήσεις, αναζητήσεις, στάσεις και τοποθετήσεις, εικόνες τοπία ψυχικά που περιγράφονται με όρους μιας φαντασιακής πραγματικότητας. Μιλάει μέσα από παραδείγματα ιστοριών, σπαράγματα αναμνήσεων που λένε για την διαδρομή της γιατί ξέρει ότι το θέμα του βιβλίου είναι το γράψιμο, η μαγεία του, το μυστήριό του. Και τότε πάλι, όχι κρυστάλλινα αλλά από περάσματα μακρινά και εσωτερικά, με ελλειπτικές τροχιές στην διήγηση. «… οι ίδιες οι λέξεις είναι συχνά πιο ισχυρές από τα θέματα» (σ. 79), όπως συμβαίνει με εκείνους που πιστεύουν ότι στην ζωγραφική τα χρώματα και οι σκιές είναι πιο σημαντικές από το θέμα του πίνακα. Η δημόσια ενδοσκόπηση δεν μοιάζει να οδηγεί την συγγραφέα παρά στην μερική ατομική λύτρωση. Τα ζητήματα που πονούν δεν μοιάζει να υποχωρούν εντελώς έως το τέλος του βιβλίου. Ανοίγεται και κρύβεται, θέλει να μοιραστεί μα και πάλι όχι να παραδοθεί. Παρά την πίστη στην απόλυτη δύναμη των λέξεων.
«Η σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, είναι η σχέση με τη ζωή» (σ. 13). Τα γύρο μας έρχονται σε επαφή και διατυπώνονται μέσα από τις λέξεις, ένα «σχοινί που είναι φτιαγμένο από λέξεις» για να ζήσουμε τα άγνωστα και δύσκολα, ο καθένας μας την μερίδα του. Αν το σχοινί δεν είναι τέλεια τεντωμένο να ισορροπήσει κανείς, το χάος χάσκει πεινασμένο και διψασμένο. Οι λέξεις ασκούν δυνάμεις πάνω στους ανθρώπους, ενωτικές, γοητευτικές μα και πληγωτικές, χωριστικές. Νομίζω ότι για τον λόγο αυτό πολλοί είναι που τις αποφεύγουν, τους κρύβονται. Χωρίς να έχει σημασία γιατί οι λέξεις, ακόμα και κλειδωμένες γλιστράνε, αιωρούνται. Τις κουβαλάμε και μας κουβαλάνε. Δίνουν τις δικές τους απαντήσεις σε ερωτήματα, ακόμα και αν οι λέξεις θα ήταν άλλες αν έβγαιναν με φωνή. «… η γλώσσα… μια μεγάλη μάζα υγρή,… , που κατεβάζει λέξεις.» (σ. 223), λέξεις που ορίζουν τα σύνορα του κόσμου μας (σ. 12).
Η κολασμένη αναζήτηση του τόπου της «αμύθητης γωνίας», που έρχεται και επανέρχεται στο κείμενο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αμύθητη, που δεν υπάρχει ούτε καν στους μύθους και κάνει το ψάξιμο, φευγιό. Γωνία, μέρος κατά το ήμισυ προστατευμένο, κλειστό κατά τα δύο τέταρτα, και συγχρόνως ανοιχτό. Σημείο συνάντησης πραγμάτων.

Είναι κομμάτια που δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί και το πώς τους, να πει το νόημα με άλλες λέξεις, αυτές είναι οι λέξεις, για αυτό ακριβώς που ήθελε να βγάλει, αλλιώς δεν βγαίνει, άλλες λέξεις δεν γίνονται. Αυτές είναι και τέρμα. Μας ζητάει να σκύψουμε και να ακολουθήσουμε τις σπηλιές του νου της που διασχίζουν λέξεις σημαδεμένες, που ζητούν αποκρυπτογράφηση.