Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 48


Μαρία Μήτσορα, Με λένε Λέξη, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2008, 225 σ.
σειρά: Η κουζίνα του συγγραφέα


Ανατρέχω στις παρουσιάσεις και παρατηρώ ότι οι περισσότερες είναι μεταφράσεις, μια ποικιλία μεταφράσεων διαφόρων γλωσσών, από διάφορες εποχές. Με εξαίρεση ένα δυο τρεις τίτλους και λίγα παιδικά. Εδώ και τώρα ας αλλάξουν λίγο οι στατιστικές. Υπάρχει μια σειρά που χώνεται στις γεύσεις (εμπειρίες) και μυρωδιές (απόψεις) της γραφής συγγραφέων που τυπώνονται αρχικά στα ελληνικά.
Διευθυντής της σειριακής συστάδας είναι ο Μισέλ Φάΐς, συγγραφέας του μυθιστορήματος Αυτοβιογραφία ενός βιβλίου (εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1994, 259 σ.), που στα σίγουρα ενδιαφέρει τα Βιβλία για βιβλία. Στέκεται ακόμα όμως στο ειδικό ράφι, κάβα, με το σκοτεινό του εξώφυλλο και τις ελαφρά κιτρινισμένες σελίδες του, να ξαναδιαβαστεί για να πάρει αριθμό. Μα, να, όλο κάτι ξεφυτρώνει στο δρόμο της ανάγνωσης που οδηγεί απρόβλεπτα (ένας νέος τίτλος, μια υπόδειξη, μια κουβέντα, μια ανάγκη) και εξακολουθεί να παραμένει στην ασφάλεια της ρεζέρβας.
Η κουζίνα του συγγραφέα έχει μαγειρέψει έως τα τώρα έξι συνταγές: του Αλέξη Πανσέληνου το πιάτο Μια λέξη χίλιες εικόνες (το έχω διαβασμένο, μονορούφι θυμάμαι, καλύτερα και από τα βιβλία του), του Γιάννη Ξανθούλη Το μενού των φαντασμάτων, του Χρόνη Μπότσογλου Το χρώμα της σπουδής, της Μάρως Δούκα Τα μαύρα λουστρίνια (με περιμένει και το περιμένω ανυπόμονα), του Πέτρου Μάρκαρη Κατ’ εξακολούθηση (που τώρα κρατάω) και αυτό, το 48ο της στήλης Βιβλία για βιβλία.

Μέσα σε ένα χρόνο, το 2008, και σε απόσταση τεσσάρων μηνών (τον Φεβρουάριο και τον Ιούνιο), η Με λένε Λέξη έχει κάνει δύο εκδόσεις. Η φωνή της έχει διαβαστεί και διαβάζεται. Δεν γίνονται αναφορές για τεχνικές, σχεδιασμούς, κατασκευές χαρακτήρων, χτίσιμο πλοκής, για στοιχεία και για χειρισμούς της γλώσσας. Μιλάει για σχέσεις, για αισθήσεις, αναζητήσεις, στάσεις και τοποθετήσεις, εικόνες τοπία ψυχικά που περιγράφονται με όρους μιας φαντασιακής πραγματικότητας. Μιλάει μέσα από παραδείγματα ιστοριών, σπαράγματα αναμνήσεων που λένε για την διαδρομή της γιατί ξέρει ότι το θέμα του βιβλίου είναι το γράψιμο, η μαγεία του, το μυστήριό του. Και τότε πάλι, όχι κρυστάλλινα αλλά από περάσματα μακρινά και εσωτερικά, με ελλειπτικές τροχιές στην διήγηση. «… οι ίδιες οι λέξεις είναι συχνά πιο ισχυρές από τα θέματα» (σ. 79), όπως συμβαίνει με εκείνους που πιστεύουν ότι στην ζωγραφική τα χρώματα και οι σκιές είναι πιο σημαντικές από το θέμα του πίνακα. Η δημόσια ενδοσκόπηση δεν μοιάζει να οδηγεί την συγγραφέα παρά στην μερική ατομική λύτρωση. Τα ζητήματα που πονούν δεν μοιάζει να υποχωρούν εντελώς έως το τέλος του βιβλίου. Ανοίγεται και κρύβεται, θέλει να μοιραστεί μα και πάλι όχι να παραδοθεί. Παρά την πίστη στην απόλυτη δύναμη των λέξεων.
«Η σχέση με τις λέξεις είναι η σχέση με τους ανθρώπους, με τα πράγματα, είναι η σχέση με τη ζωή» (σ. 13). Τα γύρο μας έρχονται σε επαφή και διατυπώνονται μέσα από τις λέξεις, ένα «σχοινί που είναι φτιαγμένο από λέξεις» για να ζήσουμε τα άγνωστα και δύσκολα, ο καθένας μας την μερίδα του. Αν το σχοινί δεν είναι τέλεια τεντωμένο να ισορροπήσει κανείς, το χάος χάσκει πεινασμένο και διψασμένο. Οι λέξεις ασκούν δυνάμεις πάνω στους ανθρώπους, ενωτικές, γοητευτικές μα και πληγωτικές, χωριστικές. Νομίζω ότι για τον λόγο αυτό πολλοί είναι που τις αποφεύγουν, τους κρύβονται. Χωρίς να έχει σημασία γιατί οι λέξεις, ακόμα και κλειδωμένες γλιστράνε, αιωρούνται. Τις κουβαλάμε και μας κουβαλάνε. Δίνουν τις δικές τους απαντήσεις σε ερωτήματα, ακόμα και αν οι λέξεις θα ήταν άλλες αν έβγαιναν με φωνή. «… η γλώσσα… μια μεγάλη μάζα υγρή,… , που κατεβάζει λέξεις.» (σ. 223), λέξεις που ορίζουν τα σύνορα του κόσμου μας (σ. 12).
Η κολασμένη αναζήτηση του τόπου της «αμύθητης γωνίας», που έρχεται και επανέρχεται στο κείμενο, δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Αμύθητη, που δεν υπάρχει ούτε καν στους μύθους και κάνει το ψάξιμο, φευγιό. Γωνία, μέρος κατά το ήμισυ προστατευμένο, κλειστό κατά τα δύο τέταρτα, και συγχρόνως ανοιχτό. Σημείο συνάντησης πραγμάτων.

Είναι κομμάτια που δεν μπορεί να εξηγήσει το γιατί και το πώς τους, να πει το νόημα με άλλες λέξεις, αυτές είναι οι λέξεις, για αυτό ακριβώς που ήθελε να βγάλει, αλλιώς δεν βγαίνει, άλλες λέξεις δεν γίνονται. Αυτές είναι και τέρμα. Μας ζητάει να σκύψουμε και να ακολουθήσουμε τις σπηλιές του νου της που διασχίζουν λέξεις σημαδεμένες, που ζητούν αποκρυπτογράφηση.

2 σχόλια:

librarian είπε...

Σε αντίθεση με την πλειοψηφία του αναγνωστικού κοινού δεν είμαι fun της ελληνικής λογοτεχνίας. Καμιά φορά πέφτει στα χέρια μου όμως κάποιο βιβλίο έλληνα συγγραφέα που έχει κάτι που με τραβάει. Έτσι έγινε με τη Μήτσορα. Όταν έπιασα το «Άννα, να ένα άλλο» ήθελα να το έχω διαβάσει. Κι έτσι γνωρίστηκα με τη Μήτσορα. Μια γραφή που με κάνει να ζηλεύω, να ζηλεύω πολύ, μια γραφή που με κάνει να σκέφτομαι, τον καθένα διαφορετικά θαρρώ. Είναι σχεδόν σαν να διαβάζω ποίημα ή… δεν ξέρω… πάντως μου δημιουργεί τα συναισθήματα που μου δημιουργεί ένα ποίημα.
Ψάχνω να βρω μια πρόταση από τις τόσες που έχω υπογραμμίσει για να την παραθέσω, διατρέχω τις σελίδες διαβάζω και ξαναδιαβάζω, προβληματίζομαι ξανά και καταλήγω να αφήσω τις προτάσεις εκείνες που όποτε προσπαθώ να περιγράψω τη γραφή της μου έρχονται στο μυαλό:
«Να κατεβαίνουμε τα γλιστερά σκαλοπάτια μιας πέτρινης θάλασσας. Να κάνουμε μπάνιο γυμνοί μέσα σε μια καυτή σκάλα.».
Παίζει με τις λέξεις με πολύ επιτυχία νομίζω. Το ίδιο κάνει και στο «Με λένε Λέξη» κι αν αυτό το παιχνίδι με τις λέξεις της βγαίνει μηχανικά χωρίς κόπο τότε μάλλον όντως τη λένε Λέξη.
Μία Ελληνίδα συγγραφέας προστέθηκε στη μικρή μου λίστα με τους καλούς Έλληνες σύγχρονους συγγραφείς.

Elli είπε...

Λέξεις ο κόσμος μας, μη λέξεις πάλι ο κόσμος μας γιατί υπάρχουν οι λέξεις. Η Μήτσορα είναι εκεί ευτυχώς...