Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2007

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ


Κλάας Χούιτσινγκ, Ο Βιβλιοφάγος: τελικά κάνει καλό το διάβασμα, μυθιστόρημα, μεταφρ. Χριστίνα Ντρέκου, Εμπειρία Εκδοτική, Αθήνα 2003, 186 σ.

Πώς να ξεκινήσει κανείς μια τέτοια στήλη; Από ποιο βιβλίο, ποιο είναι το πιο σημαντικό, το βιβλίο ορόσημο; Κοιτάζω το ράφι της βιβλιοθήκης μου, σκαλίζω το ράφι του μυαλού μου για να διαλέξω το πρώτο βιβλίο για γνωριμία. Το κριτήριο θα πρέπει να είναι ο χρόνος; Μια αναδρομή από το παρελθόν και ένα πλησίασμα προς το παρόν, ή μια πιο χαλαρή επιλογή ανάλογα με την προσωπική διάθεση της στιγμής, της τύχης, της συγκυρίας; Ας επιλέξουμε την δεύτερη προσέγγιση, χωρίς λογική και σύστημα, με την παρόρμηση για οδηγό. Παρόρμηση, λοιπόν, το γαλάζιο παγόνι στο ελληνικό εξώφυλλο του Βιβλιοφάγου, έργο του Tamas Galambos του 1989 με τίτλο «Παγόνι με ακρίδα».
Παρόλα αυτά δεν γίνεται να πάμε παρακάτω χωρίς μια έστω και περαστική αναφορά στα βιβλία για βιβλία σταθμούς (και ίσως επανέλθουμε σε αυτά κάποτε). Σε τρία τουλάχιστον: στα τέλη της δεκαετίας του 1940 και στο ξεκίνημα αυτής του 1950 ο βασιλιάς των μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας Ray Brandbury γράφει το Farhenheit 451, όπου τα βιβλία και ο κόσμος τους είναι όχι μόνον άχρηστα αλλά και επικίνδυνα. Λίγο αργότερα, Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν μιλά για την εφηβεία ενός κοριτσιού που μεγαλώνει, τρέφεται και ωριμάζει μέσα από τα διαβάσματά της στην ταράτσα του σπιτιού της και, Το όνομα του Ρόδου του Umberto Eco, το μεσαιωνικό αστυνομικό μυθιστόρημα που γνώρισε μεγάλη επιτυχία σε όλη την Ευρώπη, έγινε ταινία, καθιέρωσε τον συγγραφέα του και υπογράμμισε τη δύναμη του γραπτού λόγου, της ελεύθερης σκέψης και των φόβων που γεννά στους ανθρώπους.
Ο Βιβλιοφάγος κυκλοφόρησε το 1994. Μεταφράστηκε στα ελληνικά το 2003. Στην πραγματικότητα ο Βιβλιοφάγος δεν είναι ένας. Υπάρχει μια καραμπόλα από αυτό το είδος που τελικά περιλαμβάνει και εμάς, τους αναγνώστες του. Η ανάγνωσή του δεν είναι εύκολη, ένας περίπατος στο κείμενο. Το αντίθετο είναι σύνθετη, πυκνή, γεμάτη διακοπές, από τον ένα βιβλιοφάγο τον θεολόγο Γιόχαν Γκέοργκ Τίνιο που ζει ανάμεσα στον 18ου αι. και τον 19ο αι., στον άλλο σύγχρονό μας Φαλκ Ράινχολντ που σκοντάφτει πάνω στο Τίνιο, τον φαντάζεται, τον συγκρίνει με τον εαυτό του και με παρενθετικές παρεμβάσεις του συγγραφέα Κ.Χ. που κάνει σχόλια, ρωτάει την άποψή μας, μας ψιλοκατευθύνει, κάνει σαν να μας ξέρει από κοντά, άλλοτε με διάθεση χαλαρή άλλοτε κάπως κυνική. Και συνέχεια παρεμβάλλονται αποσπάσματα περί βιβλίων, γραφής και ανάγνωσης πολλών συγγραφέων από διαφορετικές εποχές. Ένας χορός κάθετων και οριζόντιων παρεμβάσεων που μπαίνουν στο προσκήνιο. Μας τοποθετούν απέναντι στα διαβάσματά μας. Ό, τι και να διαβάσουμε εντέλει προβάλλουμε δικές μας ιστορίες. Τι κάνουν οι συγγραφείς, τι οι κριτικοί, και αν το αναγνωστικό κοινό είναι ένα παγόνι, όπως λέει ένας συγγραφέας τον οποίο παραθέτει ο συγγραφέας, τότε κάθε συγγραφέας «που επιθυμεί να αρέσει και έχει την εύνοια του κοινού και του τελευταίου αναγνώστη του, πρέπει να ερωτευτεί την ουρά και τη φωνή του κοινού» (σ. 157).
Ο Τίνιος παρασύρεται από το πάθος του, τη συγκέντρωση βιβλίων και περισσότερων βιβλίων, με αποτέλεσμα να κλέβει χρήματα προκειμένου να τα αποκτήσει και εντέλει να σκοτώσει. Ο σύγχρονος Φαλκ, χαρακτήρας πλασμένος από τον Κ.Χ. που μετέρχεται ανορθόδοξων μέσων για να αποκτήσει όλα τα έργα του Τίνιου, λειτουργεί ως ενδιάμεσός του στον Τίνιο, τα διαβάσματα, και τα ερωτήματα που έχουν τεθεί γύρω από τη διαδικασία της ανάγνωσης, των στόχων του συγγραφέα, το ζητούμενο της γραφής και δημοσιοποίησης. Μερικές φορές μπαίνουν το ένα πίσω από το άλλο, γραμμικά, σαν στρατιωτάκια που στέκονται ξεκρέμαστα μέσα στα εισαγωγικά τους (μιας και είναι μυθιστόρημα δεν χρειάζεται εκείνη η ακρίβεια για το πού το λένε ακριβώς, με ποια αφορμή). Απάντηση είναι οι ιστορίες η αναπλασμένη παλιά και η κατασκευασμένη σύγχρονη. Μεγάλη κουβέντα δηλαδή. Διαβάστε το, να τα πούμε.
Άντε χτύπησα τις 600 λέξεις, να μην σας κουράσω άλλο, την άλλη εβδομάδα πάλι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: