Κυριακή, 20 Απριλίου 2008

ΒΙΒΛΙΑ ΓΙΑ ΒΙΒΛΙΑ 27


Μάριο Βάργκας Λιόσα, Επιστολές σ’ ένα νέο συγγραφέα, μετάφραση από τα ισπανικά Μαργαρίτα Μπονάτσου, εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2001, σ.196.

Ο Rilke έγραψε για την ποιητική δημιουργία και την πνευματική, ψυχική, καθημερινή κατάσταση του ποιητή και έστειλε την ποιητική ηθική του θεώρηση με την μορφή δέκα επιστολών σε ένα υπαρκτό πρόσωπο, τον Kappus, ο οποίος τις εξέδωσε μονόπλευρα (δεν περιέλαβε τα δικά του γράμματα, την μια φωνή αυτού του διαλόγου, βάζοντας έτσι τον αναγνώστη να εικάσει τα λόγια που γέννησαν την απάντηση. Ίσως γιατί δεν είχε φυλάξει τις δικές του επιστολές, ίσως από σεμνότητα). Πρόκειται για μια ιδιωτική ανταλλαγή που σε ένα σημείο δημοσιοποιήθηκε. Ο Λιόσα, εξαρχής στον χώρο της δημόσιας σφαίρας, έπλασε, σε αντιστοιχία, έναν φανταστικό νεότερο συνομιλητή για να στήσει την καθοδηγητική αλληλογραφία των δώδεκα επιστολών που αναφέρεται αποκλειστικά στην συγγραφή μυθιστορημάτων. Στην πραγματικότητα, εδώ, ο Λιόσα βρίσκεται σε συνομιλία όχι μόνο με έναν αποδέκτη, τον αόρατο υποτυπώδη παραλήπτη (τον οποίο προσφωνεί «αγαπητέ μου φίλε» και λίγο ακούμε τα ζητούμενά του) αλλά με τον Rilke, με όλες τους τις αναγνώσεις του και τους συγγραφείς τους –αγαπημένους και μη– και κατ’ επέκταση με τις σκέψεις και σχηματισμένες απόψεις του πάνω σε αυτές, τον εαυτό του, τους αναγνώστες του βιβλίου, εμάς, που μας δείχνεται με όρους ρεαλιστικούς.
Ο έντυπος δίαυλος επικοινωνίας έχει το στοιχείο του άχρονου. Μπορεί να είναι άμεσος, και σύγχρονος είναι δυνατόν, όμως, να γεννηθούν ζωντανές σκέψεις από γραπτά παλαιότερα και να συνεχίζεται μια διαδρομή σε συνέχειες και ασυνέχειες ατέρμονα. Ο Λιόσα στην πρώτη και πιο θεωρητική επιστολή, όπως και ο Rilke προηγούμενα, ως κίνητρο της συγγραφής δεν προσδιορίζει έναν εξωτερικό παράγοντα, όπως την κοινωνική, πολιτική ή οικονομική επιτυχία αλλά θεωρεί ότι είναι μια κλίση άπιαστη που βρίσκεται σε συμφωνία με τον εαυτό. Αποτελεί επιτακτική ανάγκη, θρησκεία, μοναδικό τρόπο πορείας. Το γράψιμο τρέφεται από τον γραφέα. Αναφέρεται σε διάφορες προσεγγίσεις της έμπνευσης (επιλογή σύμφωνα με τον Σαρτρ). Πιστεύει ότι η συγγραφή εκκινεί από μια επαναστατικότητα, απόρριψη και κριτική στην ζωή όπως την βιώνουμε. Είναι η μυθοπλασία που έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματικότητα, απαντά και ανακουφίζει, «επινοήθηκε ως άμυνα κατά της δυστυχίας» (σ. 27). Εξού γιατί θεωρήθηκε από δυσάρεστη έως επικίνδυνη, εξού και ο ρόλος της λογοκρισίας.
Διαχωρίζει τον ποιητικό λόγο από τον μυθιστορηματικό. Η ποίηση είναι είδος «πυκνό, αποκαθαρμένο μέχρι να μείνει μόνο η ουσία, χωρίς φλυαρία» (σ. 108). Αντίθετα το μυθιστόρημα θα πρέπει να είναι κάπου τοποθετημένο στον χρόνο, στον χώρο και να έχει πληροφορίες επιλεγμένες που να συνδέουν τα επεισόδια και τα γεγονότα. Με τον τρόπο αυτό δικαιολογεί την αναγκαιότητα των τεχνικών που παραδίδει.
Τα σημεία στα οποία επικεντρώνεται είναι το αλληλένδετο μεταξύ θέματος και μορφής, η επιλογή της ιστορίας (που κατατρέχει το υποσυνείδητο του συγγραφέα και προκειμένου να απαλλαγεί το μεταμορφώνει), το ύφος, το πρόσωπο ή τα πρόσωπα της αφήγησης, ο χώρος, ο χρόνος, το επίπεδο της πραγματικότητας, οι μετακινήσεις που μπορούν να γίνουν στις οπτικές του χώρου, του χρόνου, της αφηγητικής φωνής, του ύφους και το ποιοτικό άλμα που επιτυγχάνεται μέσα από δεξιοτεχνικές -αντιληπτές ή αδιόρατες- μετατοπίσεις, η τεχνική της ρωσικής κούκλας (οι αρθρωτές Χίλιες και μια νύχτες για παράδειγμα), το κρυφό στοιχείο, οι σιωπές του συγγραφέα, οι επιλογές και η οικονομία του, αυτό που αποκαλεί «τα συγκοινωνούντα δοχεία», το φαινόμενο «ντόμινο» εκεί που τα γεγονότα αλληλλοεπιδρούν το ένα πάνω στο άλλο. Και στο τέλος, ως υστερόγραφο η συντομότερη από όλες τις επιστολές, αναφέρεται στην κριτική όπου σχεδόν συμμερίζεται την άποψη του Rilke για την αξία της. Η κριτική δεν καταφέρνει να ερμηνεύσει, να απογυμνώσει το «φαινόμενο της δημιουργίας» γιατί η δημιουργία δεν διδάσκεται. Οι προϋποθέσεις της μόνο, η ανάγνωση και γραφή, διδάσκονται.
Επιμένει και επανέρχεται στο οξύμωρο της αυθεντικότητας, της ειλικρινείας που θα πρέπει να αναδύεται από την κατασκευή της μυθοπλασίας. Οι μύθοι των ανθρώπινων κοινωνιών δεν είναι τίποτα άλλο παρά αποδόσεις πραγματικότητας που λειτουργεί σε πολλαπλά επίπεδα, παράλληλα με το καλούμενο πραγματικό, συνυπάρχουν το φαντασιακό, αλληγορικό, ιδεατό…

Και να μην κλείσω χωρίς να ευχαριστήσω ξανά το λαγωνικό της στήλης και βέβαια για την υπόδειξη του τίτλου ως σχετικού (του τρίτου περί γραφής σε μορφή επιστολών) και για το πρόσφορο timing, την επιλογή του χρόνου, που επιτρέπει ένα ενδιαφέρον -νομίζω- πάντρεμα των παρουσιάσεων σε κοντινή απόσταση.

3 σχόλια:

Elli είπε...

Aναρωτιέμαι αν όταν περνάει μια εβδομάδα και μια ανάρτηση δεν έχει σχόλια, πού να οφείλεται: είναι που το βιβλίο είναι αδιάβαστο, δύσκολο ή δεν αρέσει, είναι που η παρουσίαση δεν δημιούργησε ένα κλίμα, ερείσματα, κάτι λείπει. Ή είναι φυσικό να μην γίνονται σχόλια πάντοτε...

librarian είπε...

Ή είναι φυσικό να μη γίνονται σχόλια πάντοτε.

librarian είπε...

Επανέρχομαι τώρα που διάβασα και την τελευταία αράδα του βιβλίου (μακάρι να είχα ξεκινήσει από αυτήν).
Νομίζω ότι όλο το νόημα συγκεντρώνεται στις εννιά τελευταίες σειρές, τις οποίες δεν μπορώ να μη παραθέσω:
"Γι' αυτό κανείς δεν μπορεί να διδάξει σε κάποιον τη δημιουργία· το πολύ ανάγνωση και γραφή. Τα υπόλοιπα τα διδάσκει κανείς στον εαυτό του, όταν σκοντάφτει, πέφτει, και σηκώνεται χωρίς σταματημό.

Αγαπητέ μου φίλε: αυτό που προσπαθώ να σου πω είναι να ξεχάσεις όλα όσα διάβασες στις επιστολές μου για τη μυθιστορηματική μορφή και να αρχίσεις να γράφεις μυθιστορήματα".
Να διαβαστούν, να ξαναδιαβαστούν μήπως και κατανοηθούν.